Grant Thornton: Πως φορολογούνται stock options και μετοχές που διατίθενται στο προσωπικό

Με τις πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις (ν. 4646/2019 και ν. 4714/2020) επανήλθαν στο προσκήνιο τα προγράμματα παροχών στο προσωπικό με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης. Από φορολογική σκοπιά, η παροχή δικαιωμάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών (stock options) σε στελέχη μιας επιχείρησης έχει πλέον καταστεί ελκυστικότερη και αποτελεσματική, χάρη στην πρόσφατη μεταρρύθμιση.

Σύμφωνα με το νέο φορολογικό πλαίσιο, ο εργαζόμενος φορολογείται απευθείας κατά τη μεταβίβαση των μετοχών που απέκτησε σε προνομιακή τιμή, με συντελεστή 15% επί της
υπεραξίας που προκύπτει, πλέον της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και όχι με βάση τη γενική κλίμακα (έως 44%). Ως υπεραξία λαμβάνεται η θετική διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης των μετοχών από τον εργαζόμενο και της προνομιακής τιμής στην οποία αυτές αποκτήθηκαν.

Προκειμένου να ισχύσει η ευνοϊκή αυτή φορολογική μεταχείριση, τα δικαιώματα πρέπει να διακρατηθούν για τουλάχιστον 24 μήνες από το φορολογούμενο ενώ όσον αφορά στις νεοφυείς επιχειρήσεις (start-ups), προβλέπεται φορολόγηση με συντελεστή 5% και διακράτηση 36 μηνών, υπό προϋποθέσεις. Αναμένεται και η έκδοση σχετικής διευκρινιστικής εγκυκλίου.

Αντίστοιχα κίνητρα ισχύουν πλέον και για δωρεάν διάθεση μετοχών λόγω επίτευξης συγκεκριμένων στόχων ή επέλευσης συγκεκριμένων γεγονότων.

Τα παραπάνω συντελούν πολύ θετικά στην αξιοποίηση της συγκεκριμένης παροχής ως εργαλείου που ενισχύει την πρόσδεση των εργαζομένων στα συμφέροντα της επιχείρησης,
καθιστώντας τους συμμέτοχους στην επενδυτική προοπτική της, με χαμηλό κόστος για τους ίδιους. Οι παροχές στο προσωπικό με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης επί μετοχών διέπονται από το ΔΠΧΑ 2, στο οποίο καθορίζεται η λογιστική απεικόνιση και αναγνώριση των
δικαιωμάτων από την οικονομική οντότητα.

Αναγνώριση σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς

Η αναγνώριση της υποχρέωσης της εταιρείας γίνεται κατά την περίοδο κατοχύρωσης ενώ το
είδος των όρων του συμβολαίου καθορίζει το ποσό που θα αναγνωριστεί.
Η αναγνώριση των αγαθών ή των υπηρεσιών που λαμβάνονται ή αποκτώνται από μία
οικονομική οντότητα σε μία συναλλαγή πληρωμής βασιζόμενη σε συμμετοχικούς τίτλους,
γίνεται όταν τα αγαθά αποκτώνται ή όταν οι υπηρεσίες παρέχονται. Μία οικονομική οντότητα
θα πρέπει να αναγνωρίζει μία αναλογική αύξηση στα ίδια κεφάλαια, εάν τα αγαθά ή
οι υπηρεσίες λήφθηκαν στα πλαίσια μίας συναλλαγής πληρωμής αμοιβής βασιζόμενης σε
συμμετοχικούς τίτλους που διακανονίζεται με συμμετοχικούς τίτλους ή μία υποχρέωση εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες αποκτήθηκαν στα πλαίσια μίας συναλλαγής πληρωμής βασιζόμενης σε συμμετοχικούς τίτλους που διακανονίζεται με μετρητά.

Στην περίπτωση που τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που λήφθηκαν ή αποκτήθηκαν στα πλαίσια μίας συναλλαγής πληρωμής βασιζόμενης σε συμμετοχικούς τίτλους, δεν ικανοποιούν
τα κριτήρια αναγνώρισης ως στοιχεία του ενεργητικού, τότε αναγνωρίζονται ως έξοδα, επιβαρύνοντας τα κέρδη ή τις ζημιές της περιόδου στην οποία πραγματοποιούνται.

Συνήθως, από την ανάλωση αγαθών ή υπηρεσιών προκύπτει ένα έξοδο. Για παράδειγμα, οι υπηρεσίες συνήθως αναλώνονται αμέσως, οπότε αναγνωρίζεται ένα έξοδο καθώς προσφέρει την υπηρεσία ο αντισυμβαλλόμενος. Τα αγαθά μπορούν να αναλωθούν κατά τη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος ή στην περίπτωση των αποθεμάτων να πωληθούν σε μεταγενέστερη ημερομηνία, οπότε το έξοδο αναγνωρίζεται όταν τα αγαθά καταναλωθούν ή πωληθούν.

Ωστόσο, κάποιες φορές είναι απαραίτητο να αναγνωριστεί ένα έξοδο πριν το αγαθό ή οι υπηρεσίες αναλωθούν ή πωληθούν, διότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως στοιχεία του ενεργητικού.

Αποτίμηση των παροχών με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης

Δεδομένου ότι οι περισσότερες εταιρείες στην Ελλάδα δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, ο καθορισμός της δίκαιης αξίας (fair value) των παροχών με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης πραγματοποιείται μέσω μοντέλων αποτίμησης δικαιωμάτων προαίρεσης.
Το ΔΠΧΑ 2 δεν καθορίζει συγκεκριμένη μέθοδο αποτίμησης με την οποία θα πρέπει να
υπολογίζεται η δίκαιη αξία των παροχών με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης, ωστόσο
η μέθοδος αποτίμησης που υιοθετείται πρέπει να αποτελεί γενικώς αποδεκτή μεθοδολογία
αποτίμησης, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους παράγοντες και τις παραδοχές που θα λάμβανε υπόψη ένας πρόθυμος αντισυμβαλλόμενος που διαθέτει κατάλληλη και ουσιαστική γνώση.

Επιπλέον, το ΔΠΧΑ 2 καθορίζει ότι ανεξάρτητα από την μέθοδο αποτίμησης που ακολουθείται, απαιτείται να ληφθούν υπόψη οι παρακάτω πέντε μεταβλητές για τον προσδιορισμό της δίκαιης αξίας των παροχών:
• Τιμή εξάσκησης του δικαιώματος
• Τρέχουσα τιμή της μετοχής
• Αναμενόμενη μεταβλητότητα
• Αναμενόμενη μερισματική απόδοση
• Επιτόκιο μηδενικού κινδύνου

Οι τρεις βασικές μέθοδοι αποτίμησης δικαιωμάτων προαίρεσης που αναφέρονται στο ΔΠΧΑ 2 και χρησιμοποιούνται ευρέως για τον προσδιορισμό παροχών με τη μορφή δικαιωμάτων
προαίρεσης είναι οι παρακάτω:
• Black Sholes Merton
• Διωνυμικό μοντέλο (Binominal tree)
• Προσομοίωση Monte Carlo