
Σε αναβάθμιση της σύστασής της για την Ελλάδα σε «overweight» από «ουδέτερη» προχωρά η JP Morgan, λόγω τόσο της πολύ καλής πορείας της ανάπτυξης όσο και της βελτίωσης σε σημαντικό βαθμό των ισολογισμών του τραπεζικού τομέα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές της αμερικανικής τράπεζας η ανάπτυξη της Ελλάδας είναι πολύ καλύτερη από το μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ την ίδια ώρα οι τράπεζες έχουν «καθαρίσει» τους ισολογισμούς τους, γεγονός που θα οδηγήσει σε αυξημένες αποδόσεις κεφαλαίου.
«Αν υποθέσουμε ότι η εκτίμηση των αναλυτών του Bloomberg είναι σωστή, το 2025 θα είναι η 4η συνεχόμενη χρονιά αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2% στην Ελλάδα», αναφέρει η JP Morgan, δηλώνοντας την έκπληξή της με τις μετά την κρίση επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ελληνικό ΑΕΠ του 2025 θα πρέπει να είναι υψηλότερο κατά περισσότερο από 20% από το χαμηλό του 2020 σε πραγματικούς όρους. Υπενθυμίζεται εδώ ότι σε ονομαστικούς όρους, μειώθηκε κατά 25% την περίοδο ’07-’16, τη μεγαλύτερη πτώση της οικονομικής παραγωγής για οποιαδήποτε χώρα του ΟΟΣΑ εκτός πολέμου.
Η JP Morgan υπενθυμίζει ότι οι αποδόσεις του ελληνικού 10ετούς είναι πλέον 40 μ.β. χαμηλότερα της Ιταλίας, ενώ νωρίτερα φέτος πλησίασαν και αυτές της Γαλλίας.
Στον τραπεζικό τομέα, οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να είναι χαμηλές από τους μέσους όρους του Eurostoxx, παρά τις πρόσφατες αναβαθμίσεις, με βάση τα αποτελέσματα του 3ου τριμήνου, ειδικά στην απόδοση κεφαλαίου των τραπεζών και την περαιτέρω πρόοδο στη διαχείριση της αναβαλλόμενης φορολογίας (DTCs).
******
Θετικά για την πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών αποτιμά την απόφαση των διοικήσεων για πρόωρη αποπληρωμή του αναβαλλόμενου φόρου (DTC) η Fitch Ratings, επικαλούμενη τα υψηλά κέρδη που καθιστούν διαχειρίσιμο το επιπλέον κόστος που προκύπτει από την απόφαση.
Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης προβλέπει ομαλοποίηση των κεφαλαιακών δομών στις ελληνικές τράπεζες (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς), καθώς οι DTC αντιπροσώπευαν περίπου το ήμισυ του δείκτη CET1 -κατά μέσο όρο- στο τέλος του γ’ τριμήνου 2024.
«Η ταχύτερη απόσβεση θα βελτιώσει την ποιότητα του κεφαλαίου, θα διευκολύνει τις ρυθμιστικές συζητήσεις για τις διανομές μερισμάτων και θα βελτιώσει την ευελιξία του κεφαλαίου, προς όφελος των πιστωτικών προφίλ των τραπεζών μακροπρόθεσμα», υπογραμμίζεται στην έκθεση.
Η Fitch επισημαίνει πως οι ελληνικές συστημικές τράπεζες στοχεύουν να μειώσουν το ποσοστό των DTC στο κεφάλαιο των CET1 στο 20% με 30% έως το τέλος του 2027 και να το διαγράψουν πλήρως εντός της περιόδου 2032-2034, έναντι αρχικής πρόβλεψης για το 2041.
«Οι υψηλοί DTC δεν επηρέασαν προς το παρόν τις αξιολογήσεις των τραπεζών, αλλά η πρόωρη αποπληρωμή θα βελτιώσει την ποιότητα του κεφαλαίου και, αν και θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στους δείκτες εποπτικών κεφαλαίων, η βελτιωμένη κερδοφορία των τραπεζών θα τον αντισταθμίσει», υπογραμμίζεται.
Οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν εκ νέου τις πληρωμές μερισμάτων φέτος και σκοπεύουν να διανείμουν το πλεονάζον κεφάλαιο μέσω υψηλότερων πληρωμών μερισμάτων ή επαναγορών μετοχών τα επόμενα χρόνια. Οι δείκτες CET1 ήταν κατά μέσο όρο περίπου 17% στο τέλος του τρίτου τριμήνου 2024, πάνω από τους μεσοπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους στις περισσότερες περιπτώσεις.
******
Στην αναβάθμιση της μετοχής της Alpha Bank σε buy από neutral προχωρά η Bank of America, ανεβάζοντας παράλληλα την τιμή-στόχο από τα 1,79 ευρώ στα 2,06 ευρώ.
Ο οίκος βλέπει περιθώρια ανόδου 31% για τη μετοχή, καθώς εκτιμά ότι πρόκειται να καλύψει το χαμένο έδαφός της έναντι των άλλων ελληνικών τραπεζών λόγω tου σταθερού προς υψηλότερου RoTE, που παίρνει ώθηση και από τα σταθερά έσοδα από τόκους και την ανθεκτικότητά τους καθώς οι μειώσεις επιτοκίων επιταχύνονται tης βελτίωσης της καθαρής θέσης σε μετρητά, της μείωσης του δείκτη NPE και της ελκυστικής απόδοσης του 10% το 2025, καθώς βελτιώνεται ο δείκτης κεφαλαίων CET1 και επιταχύνεται η απόσβεση των DTCs.
Ο οίκος αναβαθμίζει τις εκτιμήσεις του για τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή της Alpha Bank κατά 7-10% για το 2024-2026, εν μέρει λόγω των υψηλότερων εσόδων από τόκους (+2-3%), ενώ προβλέπει και χαμηλότερο αριθμό μετοχών, καθώς μέρος της διανομής κεφαλαίου θα χρησιμοποιηθεί για την επαναγορά μετοχών.
Παράλληλα η UBS, διατηρεί σύσταση «αγοράς» αυξάνοντας την τιμή στόχο στα 2,42 ευρώ (2,32 ευρώ)
Έπειτα από τα καλύτερα των προβλέψεων αποτελέσματα της τράπεζας και την αναβάθμιση του guidance (καθοδήγηση) από τη διοίκηση, η UBS αναβαθμίζει τις μεσοπρόθεσμες προβλέψεις της για τα κέρδη ανά μετοχή της Alpha Bank κατά 2-3%, προβλέποντας ROTE στο 13,5% για το 2024.




























