
Η ΔΕΗ προχωρά σε μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές κινήσεις της τελευταίας δεκαετίας, συνδυάζοντας αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο έως το 2030, με στόχο την ανάδειξή της σε ηγετικό ενεργειακό παίκτη στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η προτεινόμενη ΑΜΚ ύψους €4 δισ. θα καλύψει περίπου το 15% του συνολικού επενδυτικού προγράμματος €24 δισ., ενώ το υπόλοιπο θα χρηματοδοτηθεί κυρίως από αυξημένες λειτουργικές ταμειακές ροές. Η κίνηση ενισχύει τον ισολογισμό της εταιρείας, διατηρώντας τον δείκτη Καθαρό Χρέος/EBITDA κάτω από 3,5x, και δημιουργεί ευελιξία για περαιτέρω επενδύσεις.
Η διαδικασία θα υλοποιηθεί μέσω δημόσιας προσφοράς στην Ελλάδα και ιδιωτικής τοποθέτησης σε διεθνείς επενδυτές, χωρίς δικαίωμα προτίμησης, αλλά με πρόβλεψη προτεραιότητας για υφιστάμενους μετόχους.
Ισχυρή είναι ήδη η επενδυτική στήριξη, καθώς η CVC Capital Partners εξέφρασε πρόθεση συμμετοχής έως €1,2 δισ., ενώ το Ελληνικό Δημόσιο στοχεύει στη διατήρηση ποσοστού 33,4%. Η συμμετοχή αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της έκδοσης και τις πιθανότητες επιτυχούς ολοκλήρωσης.
Σε στρατηγικό επίπεδο, το business plan 2026–2030 εστιάζει σε τρεις άξονες: επιτάχυνση ανάπτυξης ΑΠΕ και ευέλικτης παραγωγής, γεωγραφική επέκταση σε νέες αγορές και επενδύσεις σε data centers. Η αυξανόμενη ζήτηση ενέργειας στην περιοχή CSEE και η μείωση μονάδων ορυκτών καυσίμων δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για ανάπτυξη, τις οποίες η ΔΕΗ επιδιώκει να αξιοποιήσει.
Παράλληλα, η εταιρεία επενδύει σε μεγάλης κλίμακας data center στην Κοζάνη (300 MW έως το 2028), με δυνητική επέκταση έως 1.000 MW, ανοίγοντας νέο πυλώνα ανάπτυξης.
Συνολικά, η ΔΕΗ επιχειρεί έναν μετασχηματισμό μεγάλης κλίμακας, συνδυάζοντας ενεργειακές και τεχνολογικές επενδύσεις, με στόχο EBITDA €4,6 δισ. έως το 2030 και ισχυρή ευρωπαϊκή παρουσία.
*******
Στο Delphi Economic Forum XI αναδείχθηκαν οι κρίσιμες προκλήσεις αλλά και οι στρατηγικές προτεραιότητες του ελληνικού και ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, μέσα από τις τοποθετήσεις κορυφαίων τραπεζικών στελεχών. Κοινός άξονας των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη για βαθύτερη ενοποίηση, ενίσχυση της χρηματοδότησης της οικονομίας και προσαρμογή στις νέες γεωοικονομικές συνθήκες.
Ο Βασίλης Ψάλτης, επικεφαλής της Alpha Bank, έθεσε στο επίκεντρο το διευρυνόμενο χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, αποδίδοντάς το στον κατακερματισμό του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Όπως σημείωσε, η έλλειψη ουσιαστικής τραπεζικής ενοποίησης οδηγεί σε εκροή ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς το εξωτερικό, περιορίζοντας την ικανότητα χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τόνισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για επενδύσεις, ωστόσο σημαντικό μέρος των διαθέσιμων κεφαλαίων κατευθύνεται εκτός της ηπείρου. Υπογράμμισε την ανάγκη ολοκλήρωσης της Τραπεζικής Ένωσης και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, επισημαίνοντας ότι το βασικό εμπόδιο δεν είναι η έλλειψη εργαλείων, αλλά η πολιτική βούληση.
Από την πλευρά της Τράπεζα Πειραιώς, ο CEO Χρήστος Μεγάλου επικεντρώθηκε στη μετά-RRF εποχή, εκτιμώντας ότι ένα νέο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πλαίσιο θα εστιάσει σε στρατηγικούς τομείς, όπως η άμυνα. Η τράπεζα στοχεύει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη χρηματοδότηση τέτοιων έργων, ενώ παράλληλα ενισχύει τη στρατηγική της στον τομέα της τεχνολογίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία με τη Natech και η δημιουργία της Snappi, μιας ψηφιακής τραπεζικής πλατφόρμας που ήδη καταγράφει σημαντική ανάπτυξη. Ο κ. Μεγάλου υπογράμμισε επίσης τη σημασία της κεφαλαιαγοράς και του Χρηματιστήριο Αθηνών, στο πλαίσιο της Euronext, ως βασικού μηχανισμού άντλησης κεφαλαίων για επιχειρήσεις.
Ο Φωκίων Καραβίας της Eurobank ανέδειξε τη στρατηγική σημασία της ενίσχυσης των σχέσεων Ευρώπης–Ινδίας, σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Τόνισε ότι η Ευρώπη καλείται να επαναπροσδιορίσει τις διεθνείς της συνεργασίες, καθώς οι παραδοσιακοί πυλώνες μεταβάλλονται. Στο πλαίσιο αυτό, η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ–Ινδίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ενώ η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο πύλης εισόδου προς την Ευρώπη, αξιοποιώντας τις υποδομές logistics και λιμένων. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον διάδρομο IMEC, ο οποίος μπορεί να εξελιχθεί όχι μόνο σε εμπορικό αλλά και σε ψηφιακό κόμβο μεταφοράς δεδομένων.
Ο Παύλος Μυλωνάς, επικεφαλής της Εθνική Τράπεζα, επικεντρώθηκε στις προκλήσεις χρηματοδότησης του ενεργειακού τομέα. Όπως ανέφερε, η αυξημένη αβεβαιότητα, οι ασταθείς ταμειακές ροές και οι αιφνίδιες ρυθμιστικές παρεμβάσεις, όπως πλαφόν και έκτακτοι φόροι, περιορίζουν την ελκυστικότητα των επενδύσεων. Υπογράμμισε την ανάγκη για ένα σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και για εργαλεία που ενισχύουν τη διαφάνεια και μειώνουν τον επενδυτικό κίνδυνο, ειδικά σε έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και αποθήκευσης.
Τέλος, η Ελένη Βρεττού της CrediaBank ανέδειξε τη δυναμική ανάπτυξης της τράπεζας, με αιχμή την επιτυχημένη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που προσέλκυσε διεθνείς επενδυτές. Η στρατηγική της εστιάζει στην επέκταση σε νέες αγορές, όπως η Μάλτα, στις εξαγορές και συνεργασίες και στον τεχνολογικό μετασχηματισμό. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ο ανταγωνισμός μετατοπίζεται προς τις fintech εταιρείες, γεγονός που επιβάλλει ταχεία προσαρμογή των παραδοσιακών τραπεζών.
Συνολικά, οι τοποθετήσεις ανέδειξαν ότι το μέλλον του τραπεζικού κλάδου θα καθοριστεί από την ικανότητα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τη στήριξη της καινοτομίας και τη δημιουργία ενός σταθερού περιβάλλοντος που θα επιτρέψει τη διοχέτευση κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία.
*******
Για πρώτη φορά από τα τέλη του 2024, η επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη κατέγραψε συρρίκνωση, σηματοδοτώντας απροσδόκητη επιβράδυνση της οικονομίας. Ο δείκτης PMI της S&P Global υποχώρησε στις 48,6 μονάδες τον Απρίλιο, από 50,7 τον Μάρτιο, περνώντας κάτω από το όριο που διαχωρίζει ανάπτυξη και ύφεση. Η πτώση αποδίδεται κυρίως στην κάμψη του τομέα υπηρεσιών, υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και της επιδείνωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Η εικόνα διαφοροποιείται μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, με τη Γερμανία να εμφανίζει ανθεκτικότητα στη μεταποίηση αλλά αδυναμία στις υπηρεσίες, ενώ στη Γαλλία η βιομηχανία ενισχύεται, χωρίς όμως να αντισταθμίζει την πτώση των υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να ισορροπήσει μεταξύ περιορισμού του πληθωρισμού και στήριξης της ανάπτυξης, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και ενεργειακών πιέσεων.





























