
Οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο 2026 από θέση ισχύος, έχοντας ολοκληρώσει ένα ακόμη έτος υψηλής κερδοφορίας και περαιτέρω ενίσχυσης των ισολογισμών τους, σύμφωνα με ανάλυση της Morningstar DBRS για τις Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς.
Το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. ευρώ (+5% σε ετήσια βάση), επιβεβαιώνοντας τη σταθερή επιστροφή του κλάδου σε βιώσιμη κερδοφορία. Με βάση τα τρέχοντα σχέδια, αναμένεται να διανείμουν περίπου 2,5 δισ. ευρώ μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών, με μέσο δείκτη διανομής 56% (από 45% το 2024).
Οι αξιολογήσεις παραμένουν στην επενδυτική βαθμίδα (BBB), αντανακλώντας ισχυρή οργανική κερδοφορία, βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού και ενισχυμένα κεφαλαιακά «μαξιλάρια». Ωστόσο, το 2026 ενδέχεται να αποδειχθεί πιο απαιτητικό λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, εμπορικών τριβών και πιθανών νομικών εξελίξεων στις τιτλοποιήσεις.
Η σταδιακή μετατόπιση σε πιο διαφοροποιημένες πηγές εσόδων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του 2025. Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 5%, λόγω αποκλιμάκωσης επιτοκίων, αλλά τα έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 12%, ενισχύοντας τη συμβολή τους στο 21% των συνολικών εσόδων. Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 12%.
Η πιστωτική επέκταση παρέμεινε ισχυρή (επιχειρηματικά δάνεια +12%, λιανική +3%), ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποχώρησε στο 2,6% (καθαρός 0,5%) με κάλυψη 85% και κόστος κινδύνου 60 μ.β.
Παράλληλα, οι δείκτες ρευστότητας (LCR 202%, NSFR 136%) και κεφαλαιακής επάρκειας (CET1 15,5%, συνολικός 20,1%) παρέχουν σημαντικό περιθώριο ασφαλείας απέναντι σε ένα πιο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
******
Σημαντική διεύρυνση κατέγραψε τον Ιανουάριο 2026 το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ νέων καταθέσεων και δανείων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος. Το μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,32%, ενώ το αντίστοιχο των νέων δανείων αυξήθηκε στο 4,67% από 4,24% τον Δεκέμβριο. Έτσι, η «ψαλίδα» διευρύνθηκε στις 4,35 ποσοστιαίες μονάδες (από 3,93).
Στις νέες καταθέσεις, τα επιτόκια μίας ημέρας διατηρήθηκαν στο 0,03% για τα νοικοκυριά και 0,10% για τις επιχειρήσεις. Οι προθεσμιακές έως 1 έτους για νοικοκυριά αυξήθηκαν οριακά στο 1,14%, ενώ των επιχειρήσεων παρέμειναν στο 1,72%.
Αντίθετα, στα νέα δάνεια καταγράφηκαν ευρείες αυξήσεις: τα καταναλωτικά χωρίς καθορισμένη διάρκεια ανήλθαν στο 14,72%, τα καταναλωτικά με διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο στο 11,21%, ενώ τα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου διαμορφώθηκαν στο 3,41%. Στα επιχειρηματικά, τα δάνεια με διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο αυξήθηκαν στο 4,11%, με διαφοροποιήσεις ανά ύψος δανείου.
Στα υφιστάμενα υπόλοιπα, τα επιτόκια παρέμειναν σταθερά (0,31% καταθέσεις, 4,60% δάνεια), με το περιθώριο αμετάβλητο στις 4,29 μονάδες. Η εικόνα επιβεβαιώνει αυξημένο κόστος δανεισμού, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των αποδόσεων για καταθέτες.
******
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει τον γεωπολιτικό κίνδυνο στο επίκεντρο των αγορών, με την J.P. Morgan να προειδοποιεί για αυξημένη μεταβλητότητα και πιέσεις σε βασικούς κλάδους της περιοχής MENA. Σε πρόσφατη ανάλυσή της, η τράπεζα επισημαίνει ότι οι τρέχουσες στρατιωτικές εξελίξεις είναι πιο έντονες σε σχέση με προηγούμενα επεισόδια, ενισχύοντας την αβεβαιότητα και επηρεάζοντας αρνητικά την επενδυτική ψυχολογία.
Ιστορικά, ανάλογες εντάσεις οδηγούσαν σε αρχική πτώση των χρηματιστηρίων και άνοδο των τιμών ενέργειας, με τις αγορές να ανακάμπτουν όταν ξεκινούσε η αποκλιμάκωση. Ωστόσο, αυτή τη φορά καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις, όπως η ευρύτερη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ και οι επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, αυξάνοντας τον κίνδυνο παρατεταμένης αστάθειας.
Οι αγορές ήδη κινούνται πτωτικά, ενώ το πετρέλαιο ενισχύεται. Ανθεκτικότεροι εμφανίζονται οι κλάδοι ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και βασικών καταναλωτικών αγαθών, λόγω σταθερής ζήτησης. Αντίθετα, τουρισμός, μετακινήσεις και ακίνητα είναι πιο ευάλωτοι.
Κομβικό ρόλο διαδραματίζει το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20–30% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και LNG. Τυχόν παρατεταμένη διακοπή ροών θα μπορούσε να προκαλέσει πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.
Το βασικό σενάριο της αγοράς προβλέπει σύγκρουση διάρκειας 2–4 εβδομάδων, ωστόσο ο κίνδυνος παρατεταμένης κρίσης παραμένει, διατηρώντας τις αγορές σε εύθραυστη ισορροπία.




























