Οι ξένοι οίκοι “ψηφίζουν” Ελλάδα, ο Β. Ψάλτης για τη συμφωνία με τη UniCredit και τις προοπτικές της Alpha Bank και οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία

Ψηλά στις επενδυτικές τους επιλογές τοποθετούν τα ελληνικά assets οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι, ανανεώνοντας την εμπιστοσύνη τους στην ελληνική οικονομία.

Θετικές είναι οι τελευταίες εκθέσεις των ξένων για τα ελληνικά ομόλογα. Long θέσεις στα “καλής ποιότητας” κρατικά ομόλογα της περιφέρειας της ευρωζώνης όπως τα ελληνικά, συστήνει στους επενδυτές να τηρήσουν, η Goldman Sachs.

Θέση long στα 10ετή ελληνικά ομόλογα έναντι των ιταλικών δήλωσε ότι παίρνει η JP Morgan. Η αξιολόγηση της Fitch για την Ελλάδας την 1η Δεκεμβρίου θα είναι κρίσιμη, με την JP Morgan να βρίσκει ως ελκυστικό σημείο εισόδου την τρέχουσα απόδοση των ελληνικών 10ετών.

Η Citi σημειώνει ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα και η Fitch να δώσει στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα. Αυτό σημαίνει πως τέσσερις από τους πλέον πέντε οίκους τους οποίους αναγνωρίζει η ΕΚΤ – καθώς η Scope Ratings προστέθηκε πριν μερικές ημέρες στο γκρουπ αυτό – θα βαθμολογούν την Ελλάδα με investment grade ήδη από το 2023.

Ιδιαίτερα ισχυρά χαρακτηρίζουν τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι και δίνουν τιμές- στόχους για τις τραπεζικές μετοχές πολύ υψηλότερες από τα τρέχοντα επίπεδα.

Η JP Morgan και δίνει σύσταση overweight και υψηλές τιμές – στόχους. Για την Εθνική και τη Eurobank, δίνει τιμές -στόχους στα 8,10 ευρώ και στα 2,60 ευρώ, αντιστοίχως και για την Alpha Bank τα 2,20 ευρώ.

Το γ’ τρίμηνο του 2023 ήταν άλλο ένα ισχυρό τρίμηνο για τις ελληνικές τράπεζες που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις, σχολιάζει η Deutsche Bank, χάρη στα υψηλότερα του αναμενόμενου βασικά έσοδα. Όπως αναφέρουν οι αναλυτές οι κεφαλαιακές θέσεις ενισχύθηκαν και η κερδοφορία παρέμεινε ισχυρή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Deutsche Bank δίνει τιμή στόχο στα 2 ευρώ και σύσταση buy για την Alpha Bank, για την Εθνική 7,1 ευρώ και σύσταση Hold και για την Πειραιώς 3,3 ευρώ και σύσταση Hold.

********

H Alpha Bank υπήρξε ιστορικά ιδιωτική τράπεζα και η πρόσφατη αποεπένδυση του ΤΧΣ αποτελεί σταθμό στην ιστορία της, αλλά και σημείο αναφοράς για τον εγχώριο τραπεζικό τομέα, γιατί υλοποιήθηκε με την είσοδο ενός μετόχου που πρωταγωνιστεί στη διεθνή τραπεζική σκηνή.

Ο CΕΟ της Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης ο οποίος υπήρξε ο πρωτεργάτης του μεγάλου deal με την ιταλική τράπεζα, μίλησε για τις λεπτομέρειες και τα οφέλη από τη σύμπραξη αυτή στον Αλέξανδρο Κασιμάτη και το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ. Κάνει λόγο για αλλαγή προσανατολισμού, που τοποθετεί την ALPHA BANK στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων και για την οικοδόμηση μιας νέας στρατηγικής σχέσης Τραπεζών και Πολιτείας προς όφελος της κοινωνίας.

“Ως επικεφαλής της Alpha Bank, στόχος μου είναι να κάνω το καλύτερο για τους μετόχους μας, με ρεαλισμό, χωρίς προκαταλήψεις και συναισθηματισμούς. Δεν θα επιδιώκουμε άκριτα το μεγαλύτερο μέγεθος χωρίς να αντικρίζεται από αντίστοιχη αύξηση της απόδοσης στους μετόχους μας”, λέει χαρακτηριστικά ο κ. Ψάλτης.

“Το γεγονός ότι μια κορυφαία τράπεζα συμμερίζεται το όραμα, τη στρατηγική και τις φιλοδοξίες μας και στηρίζει εμπράκτως με κεφάλαια το σχέδιο που, χωρίς τυμπανοκρουσίες, υλοποιούμε,,πιστοποιεί τον χαρακτήρα της Alpha Bank ως πυλώνα αξιοπιστίας, ποιότητας και καινοτομίας για του πελάτες μας. Πρόκειται για μια ηχηρή δήλωση εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και στην τράπεζά μας” σημειώνει ο κ, Ψάλτης,

Σύμφωνα με τον CEO της Alpha Bank η συμφωνία λειτουργεί και ως εφαλτήριο ποιοτικής αναβάθμισης του μετοχολογίου , καθώς μια μεγάλη ευρωπαϊκή τράπεζα με αναπτυξιακή ατζέντα έρχεται να διαδεχθεί το Ταμείο Χρηματοπιστωτική Σταθερότητας. Έτσι, κλείνει ένας πρώτος μεγάλος κύκλος στην προσπάθειά να δημιουργηθει μια σταθερή μετοχική βάση από μακροπρόθεσμους στρατηγικούς και θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι επενδύουν στην προοπτική της Alpha Bank

Όπως σημειώνει ο κ. Ψάλτης “η πεμπτουσία της συνεργασίας αφορά τη θέση της Alpha Bank στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Έπειτα από χρόνια εσωστρέφειας , και παλεύοντας με τις συνέπειες της κρίσης, βγήκαμε νικητές και αλλάζουμε προσανατολισμό”

Σύμφωνα με τον ίδιο όλα τα παραπάνω δεν θα είχαν επιτευχθεί εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε γυρίσει σελίδα, ανακτώντας την επενδυτική βαθμίδα, χάρη στην εφαρμογή υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής, και αν η τράπεζά δεν είχε προχωρήσει με τολμηρά βήματα στην εξυγίανση και τον μετασχηματισμό της. “Μόνο έτσι μπορέσαμε να προσελκύσουμε την πρώτη επένδυση μεγάλου ξένου τραπεζικού ομίλου στην Ελλάδα έπειτα από 17 χρόνια” τονίζει.

********

Την ανάγκη διατήρησης συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, με πρωτογενή, κυκλικά διορθωμένα, πλεονάσματα της τάξεως του 2% του ΑΕΠ, και στη συνέχιση μακρόπνοων μεταρρυθμίσεων τονίζει σε άρθρο της στα ΝΕΑ η Υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Χριστίνα Παπακωνσταντίνου.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε σημειώνει η κ.Παπακωνσταντίνου, ότι το τρέχον περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, αυξημένων επιτοκίων, γεωπολιτικών εντάσεων και έντονης αβεβαιότητας είναι σύνθετο και χαρακτηρίζεται από σοβαρές προκλήσεις. Παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, η τρέχουσα συγκυρία και οι εναπομένουσες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, συνηγορούν στη διατήρηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, με πρωτογενή, κυκλικά διορθωμένα, πλεονάσματα της τάξεως του 2% του ΑΕΠ, και στη συνέχιση μακρόπνοων μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, απαιτείται επαγρύπνηση όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι κίνδυνοι για την οποία παραμένουν υψηλοί λόγω, μεταξύ άλλων, της επίδρασης των ασθενέστερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και των υψηλών επιτοκίων στην ικανότητα αποπληρωμής δανείων από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Επίσης, παραμένει υψηλή η ανεργία και χαμηλή η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται αναντιστοιχία ζητούμενων και προσφερόμενων δεξιοτήτων. Ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη εξακολουθούν να λειτουργούν η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η χρονοβόρα διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης και ένα επιχειρηματικό περιβάλλον που, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, δεν ευνοεί την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή και η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος έχουν αναδειχθεί ως προκλήσεις της εποχής μας. Η ελληνική οικονομία είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει με παραγωγικές επενδύσεις με στόχο την αναβάθμιση του υλικού και ανθρώπινου κεφαλαίου, αξιοποιώντας όλους τους διαθέσιμους πόρους και την ευκολότερη πρόσβαση σε ρευστότητα. Η απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων και ειδικότερα, των πόρων από τον Μηχανισμό Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας που συνδέεται με την υλοποίηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να διατηρηθούν και να διευρυνθούν τα οφέλη από την επενδυτική βαθμίδα καταλήγει η κ. Παπακωνσταντίνου.