Περισσότερο ανταγωνισμό στις τράπεζες επιθυμεί ο Στουρνάρας, αισιόδοξα μηνύματα για τις επιχειρήσεις από τους CEOs και ουραγός της Ευρωζώνης στην αγοραστική δύναμη η Ελλάδα

Περισσότερο ανταγωνισμό στις τράπεζες επιθυμεί να υπάρξει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Ο ίδιος αναφέρει σε συνέντευξή του ότι «Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο ανταγωνισμό, διότι όπως προκύπτει από μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος έχουμε ολιγοπώλια στα τρόφιμα, στα καύσιμα, στις τράπεζες και στην ιδιωτική νοσοκομειακή περίθαλψη. Χρειαζόμαστε λοιπόν περισσότερο ανταγωνισμό και στις τράπεζες», ενώ σε άλλο σημείο σημειώνει ότι »πέμπτος τραπεζικός πόλος δεν είναι μόνο η Attica Bank με την Παγκρήτια, είναι και η Optima, είναι και η Viva», ενώ προσθέτει πως «Υπάρχει χώρος να μπουν και άλλοι παίκτες στην τραπεζική αγορά, όπως οι fintech και οι microfinance εταιρείες παροχής πιστώσεων».

Ακόμη, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέφερε μιλώντας στο mononews.gr πως η μείωση των επιτοκίων θα ξεκινήσει καλώς εχόντων των πραγμάτων από τον Ιούνιο κι αισιοδοξεί ότι μέχρι το τέλος του έτους μπορούν να γίνουν τέσσερις, Παράλληλα, διευκρινίζει πως προηγείται η συγχώνευση Attica Bank – Παγκρήτιας, με την ΑΜΚ να πραγματοποιείται τον Σεπτέμβριο ενώ για το τέλος του έτους πάει το placement για τη διάθεση του υπολοίπου 18% της Εθνικής Τράπεζας που έχει στην κατοχή του το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Τέλος ο κ. Στουρνάρας αφήνει να εννοηθεί ότι θα εγκριθεί από τον SSM η μερισματική πολιτική των τραπεζών, ωστόσο, μπορεί να μην δοθεί το ποσό που έχει υπολογίσει η κάθε μία από αυτές. «Εκτός από το 0 και το 100 υπάρχει και το 50», τονίζει με νόημα ο διοικητής.

Επιπρόσθετα, ο ίδιος επισήμανε: «Σύμφωνα με την Moody’s με την μείωση των επιτοκίων θα περιοριστούν τα κέρδη, οπότε χρειάζεται προσοχή. Δεν είναι ώρα για θριαμβολογίες» για να διευκρινίσει πως «Εχουμε ένα διεθνές περιβάλλον πολύ πιο επίφοβο και αβέβαιο, δεν ξέρεις τι θα φέρει η επόμενη μέρα. Μία μεγάλη πρόκληση είναι η κλιματική αλλαγή, που επηρεάζει και τις τράπεζες. Πρέπει λοιπόν να «κτίσουν» μαξιλάρια. Εμείς ως ΕΚΤ και SSM αυτό λέμε στις τράπεζες, ότι πλέον ζούμε σε ένα περιβάλλον πολύ πιο επικίνδυνο, πολύ πιο αβέβαιο. Χρειαζόμαστε «μαξιλάρια» από τις κυβερνήσεις, από τις τράπεζες, από τις ασφαλιστικές εταιρείες».

*****

Αισιόδοξοι για αύξηση των εσόδων και της κερδοφορίας το 2024, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες παγκοσμίως είναι οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκδοση της τακτικής έρευνας, EY CEO Outlook Pulse.

Η έρευνα της EY καταγράφει τις απόψεις 1.200 CEOs από 21 χώρες, σχετικά με τις προοπτικές, τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που αντιμετωπίζουν. Τα ευρήματά της δείχνουν ότι οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι είναι αισιόδοξοι για τις επιχειρηματικές τους επιδόσεις, παρά το περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης. Μία σημαντική πλειοψηφία των CEOs που συμμετείχαν στην έρευνα, αναμένουν αύξηση των εσόδων (64%) και της κερδοφορίας (63%).

Η αισιοδοξία αυτή καταγράφεται, παρά το γεγονός ότι οι CEOs αναγνωρίζουν τις συνεχιζόμενες προκλήσεις του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, με τα τρία τέταρτα (76%) των ερωτηθέντων να αναμένουν ότι η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να κινείται με χαμηλούς ή μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Επιπλέον, το 78% των ερωτηθέντων CEOs αναμένουν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν «υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα» εξαιτίας των συνεχιζόμενων πληθωριστικών πιέσεων, ενώ πάνω από τους μισούς (57%) προβλέπουν αύξηση του κόστους των επιχειρήσεων.

Οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι αναμένουν ανάκαμψη των συμφωνιών, με οκτώ στους 10 (79%) ερωτηθέντες να προβλέπουν άνοδο των μεγάλων συμφωνιών συγχωνεύσεων και εξαγορών (Σ&Ε), άνω των $10 δισ. (megadeals). Το 36% των ερωτηθέντων επιδιώκουν, επίσης, ενεργά, Σ&Ε κατά τους επόμενους 12 μήνες, ενώ ένα επιπλέον 29% επιδιώκουν αποεπενδύσεις.

*****

Ουραγός της Ευρωζώνης σε ό,τι αφορά την αγοραστική δύναμη ήταν η Ελλάδα το 2023, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το περασμένο έτος.

Οι Έλληνες παρέμειναν στο μισθολογικό «πάτο» της Ευρώπης και το 2023, με τον πληθωρισμό να κατατρώει τα εισοδήματά τους, τα οποία είναι ιδιαιτέρως χαμηλά.

Σε σύγκριση με ολόκληρη την Ε.Ε., η Ελλάδα βρίσκεται επίσης πολύ χαμηλά και συγκεκριμένα στην προτελευταία θέση, περνώντας μόνο τη Βουλγαρία.

Ειδικότερα, το ΑΕΠ κατά κεφαλήν σε όρους PPPs (Purchasing Power Parity ή αγοραστικής δύναμης) στη χώρα διαμορφώθηκε πέρυσι στις 67 μονάδες έναντι 100 στην Ε.Ε., δηλαδή 33% χαμηλότερα από το μπλοκ. Το επίπεδο παρέμεινε αμετάβλητο σε σύγκριση με το 2022, ενώ έχει βελτιωθεί ελαφρώς σε σχέση με το 2021 (63%), σύμφωνα πάντοτε με τα στοιχεία της Eurostat.

Πρέπει να σημειωθεί ότι βάσει των στοιχείων της Eurostat, ακόμη και οι κορυφαίες χώρες στην κατάταξη εμφανίζουν πτώση της αγοραστικής δύναμης σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Ενδεικτικά, στο Λουξεμβούργο η αγοραστική δύναμη διαμορφώθηκε στις 240 μονάδες το 2023 έναντι 256 μονάδων το 2022 και 266 μονάδων το 2021. Επίσης, στην Ιρλανδία ανήλθε στις 212 μονάδες από 235 το 2022 και 221 το 2021. Μικρότερη ήταν η ετήσια μεταβολή στη Δανία (128 από 136 μονάδες το αμέσως προηγούμενο έτος), ενώ σχεδόν αμετάβλητη έχει παραμείνει η αγοραστική δύναμη στην Ολλανδία.