Ποντάρει σε Alpha Bank και Eurobank η Morgan Stanley, αναβάθμιση της Ελλάδας από τη Moody’s βλέπει η UBS και η μεγάλη επένδυση της Metlen στο γάλλιο

Ψήφος εμπιστοσύνης στις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών δίνει η Morgan Stanley ενώ ξεχωρίζει Alpha Bank και Eurobank.

Παράγοντας που μπορεί να διαφοροποιήσει τις ελληνικές τράπεζες έναντι της τάσης των ευρωπαϊκών τραπεζών στον κύκλο μείωσης των επιτοκίων, είναι η πιστωτική επέκταση, όπως αφήνει να εννοηθεί η Morgan Stanley, σε ανάλυσή της για τον κλάδο σε επίπεδο ζώνης Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής.

Οι αναλυτές του οίκου αναμένουν διατήρηση της ανθεκτικότητας στο σκέλος της πιστωτικής επέκτασης, με μέση αύξηση των δανειακών χαρτοφυλακίων κατά 7% το 2025 – 2026.

Βέβαια, οι ίδιοι γίνονται πιο επιλεκτικοί στις προτάσεις τους, διαχωρίζοντας Eurobank (2,61 ευρώ), Alpha Bank (2,11 ευρώ) με σύσταση «overweight» από το γκρουπ των Εθνική (τιμής στόχος 9,05 ευρώ) – Πειραιώς (4,96 ευρώ) στο οποίο διατηρεί σύσταση «equalweight».

Ως προς την Alpha Bank η Morgan Stanley επισημαίνει πως αποτελεί την πιο ελκυστική μεταξύ των τεσσάρων συστημικών, δεδομένης της χαμηλότερης ευαισθησίας των καθαρών εσόδων από τόκους στις μειώσεις των επιτοκίων έναντι των ομοτίμων και της ελκυστικής αποτίμησης με δείκτη P/TBV στο 0,5x το 2026 για ROTE στο 10,6%, συνδυασμένη με μια μέση μερισματική απόδοση 9,7% για την περίοδο 2024 – 2026.

Ως προ Eurobank, οι αναλυτές βλέπουν ανοδικά περιθώρια από την ανάπτυξη – αξιοποίηση κεφαλαίων της (ανόργανη ανάπτυξη), τις συνέργειες από την ενοποίηση της Ελληνικής και την υψηλότερη ανθεκτικότητα στα κέρδη σε σύγκριση με την Πειραιώς και την Εθνική.

Οι ελληνικές τράπεζες αποτελούσαν την προτιμώμενη επιλογή του οίκου στη διάρκεια του κύκλου αύξησης των επιτοκίων, λόγω των φθηνών αποτιμήσεων, της υψηλής ευαισθησίας στις αυξήσεις επιτοκίων και ενός ισχυρού περιβάλλοντος πιστωτικής επέκτασης που υποστηρίζεται από τις διατηρούμενες θετικές μακροοικονομικές συνθήκες.

******

Σημαντική μείωση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας περιμένει μέσα στο 2025 η UBS, καθώς εκτιμά ότι οι ευνοϊκές δημοσιονομικές προοπτικές, οι χαμηλές χρηματοδοτικές ανάγκες και οι περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης θα στηρίξουν τα ελληνικά ομόλογα.

Άλλωστε, ο ελβετικός επενδυτικός οίκος δηλώνει αισιόδοξος για την ελληνική οικονομία, προβλέποντας τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης ανάμεσα στις μεγάλες χώρες της Ευρωζώνης, ενώ εκτιμά ότι η Moody’s θα αναβαθμίσει τη χώρα στην πιστοληπτική βαθμίδα μέσα στο β΄ εξάμηνο του έτους.

Η Moody’s είναι ο μοναδικός από τους μεγάλους οίκους που εξακολουθεί να αξιολογεί τη χώρα στο Ba1, ένα σκαλοπάτι κάτω από την επενδυτική βαθμίδα και αναμένεται να εξετάσει την αξιολόγηση αυτή στις 14 Μαρτίου και στις 19 Σεπτεμβρίου.

Για το review του Μαρτίου, η UBS θεωρεί λιγότερο πιθανή μια αναβάθμιση, αλλά εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί το δεύτερο μισό του έτους.

Έπειτα από το sell off που έχει ξεσπάσει στα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα –συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών – από τις αρχές του Δεκεμβρίου, η UBS προβλέπει ότι η απόδοση του ελληνικού 10ετούς θα πέσει στο 2,8% φέτος, δηλαδή σχεδόν 75 μονάδες βάσης χαμηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα.

Η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα και η είσοδος των ελληνικών ομολόγων στους παγκόσμιους δείκτες investment-grade χαρακτηρίζεται από τη UBS σαν μια σημαντική εξέλιξη.

******

Από το 2027 η Ελλάδα μέσω της Metlen θα μπορεί να καλύψει το σύνολο των ευρωπαϊκών αναγκών σε γάλλιο, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της επένδυσης της εταιρείας για την ανάπτυξη ολοκληρωμένης γραμμής παραγωγής βωξίτη, αλουμίνας και γαλλίου, που ανακοίνωσε η εταιρεία.

Με την κίνηση αυτή, η Metlen παράγει για πρώτη φορά γάλλιο, αυξάνοντας τα έσοδα και την επιρροή της, με μια -πιθανότατα- σχεδόν πλήρως επιδοτούμενη επένδυση και ταυτόχρονα βελτιώνει το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας μέσω της αύξησης των εξαγωγών. Και κυρίως η Ευρώπη θα πετύχει να παράγεται σε ευρωπαϊκό έδαφος το γάλλιο, ένα κρίσιμο μέταλλο μειώνοντας την εξάρτησή της από την Κίνα και αυξάνοντας την ασφάλεια εφοδιασμού.

Η επενδυτική απόφαση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας συστηματικής στρατηγικής του ομίλου εδώ και μερικά χρόνια για ενίσχυση της μεταλλουργίας και αύξηση της παραγωγής αλουμινίου και βωξίτη, καθώς η διοίκηση του ομίλου έβλεπε τη ζήτηση να αυξάνεται και τις τιμές να ανεβαίνουν, λόγω της έλλειψης βωξίτη που παρουσιάζεται στη διεθνή αγορά.

Στη συγκυρία αυτή ο όμιλος έχει τοποθετηθεί ήδη, στρατηγικά, ώστε να έχει πρόσβαση στον βωξίτη που χρειάζεται για την παραγωγή αλουμινίου. Την ίδια στιγμή η αβεβαιότητα για τη διεθνή παραγωγή βωξίτη προσθέτει αξία (risk premium) σε όσους παράγουν βωξίτη και το περιβάλλον υψηλών τιμών εξασφαλίζει σε υψηλές τιμές τα συμβόλαια αλουμινίου για μελλοντικές χρήσεις.

Ιδιαίτερα θετικά είναι τα σχόλια των αναλυτών που επισημαίνουν πως το έργο, που θα υλοποιηθεί στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας, εντός των ορίων του ιστορικού εργοστασίου «Αλουμίνιον της Ελλάδος», αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του Κλάδου Μεταλλουργίας, αφού θα αυξάνει σημαντικά την παραγωγική του δυνατότητα, ενώ πλέον εντάσσει σε βιομηχανική παραγωγή και το γάλλιο, ένα κρίσιμο υλικό για το μέλλον της Ευρώπης.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, η συγκεκριμένη επένδυση προσφέρει στον όμιλο: τη δυνατότητα να απορροφήσει ελληνικά και ευρωπαϊκά κονδύλια για να μειώσει σημαντικά (τουλάχιστον στο μισό) το κόστος της αρχικής επένδυσης, την αξιοποίηση της ανοδικής πορείας της αγοράς της αλουμίνας, ιδιαίτερα το τελευταίο έτος, την παραγωγή γαλλίου, ενός μετάλλου με πολύ μεγάλη τιμή (σήμερα αγγίζει το €1 εκατ./τόνο), το οποίο, όπως αναφέρεται, αφήνει υψηλά περιθώρια κέρδους, ενώ αποτελεί και ένα από τα πιο σημαντικά στρατηγικά μέταλλα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε συνέχεια και από την πρόσφατη διακοπή τροφοδότησης με γάλλιο της Ευρώπης από την Κίνα.