
Ασπίδα προστασίας των συμβασιούχων με σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών
Η υπόθεση των συμβασιούχων –και ειδικά αυτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των δημοσίων επιχειρήσεων– είναι πολύ σημαντική γιατί αφορά σε πάρα πολλούς εργαζόμενους, των οποίων βασικά δικαιώματα συνεχίζουν να παραβιάζονται συστηματικά.
Είναι γνωστό το φαινόμενο άνθρωποι που ανήκουν συνήθως στις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες –ή και σε ευπαθείς ομάδες– να οδηγούνται από ανάγκη στο δρόμο των επανειλημμένων συμβάσεων περιορισμένης διάρκειας με εργοδότη το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τις δημόσιες επιχειρήσεις.
Όταν αυτό γίνεται για την κάλυψη αναγκών αντίστοιχα περιορισμένης διάρκειας, μπορεί να είναι νόμιμο. Αν τηρούνται οι όροι το νόμου.
Όταν όμως γίνεται καταχρηστικά, για την κάλυψη δηλαδή αναγκών που δεν είναι ούτε έκτακτες ούτε απρόβλεπτες, τότε υπάρχει θέμα. Τέτοια είναι κατεξοχήν η περίπτωση των διαδοχικών, επί χρόνια και χρόνια, συμβάσεων περιορισμένης διάρκειας.
Προφανώς δεν μπορεί ένας εργαζόμενος να είναι δήθεν «εξωτερικός» και τάχα «έκτακτος» όταν παρέχει την εργασία του στον ίδιο εργοδότη επί σειρά ετών, με διαδοχικές συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας (είτε ονομαστούν εργασίας είτε έργου είτε μίσθωσης έργου κ.ο.κ.). Η ονομασία που θα επιλέξει ο εργοδότης δεν έχει σημασία – και ασφαλώς δεν δεσμεύει τα δικαστήρια…
Διότι αυτός ο εργαζόμενος τίθεται έτσι σε ένα καθεστώς απασχόλησης με όρους κατώτερους των αντίστοιχων προς αυτόν τακτικών υπαλλήλων. Λαμβάνει κατώτερη αμοιβή, δεν λαμβάνει τις ίδιες άδειες (λ.χ. κύησης και λοχείας, τις οποίες δεν λαμβάνουν οι γυναίκες «συμβασιούχοι»), δεν του αναγνωρίζεται ο χρόνος εργασίας του ως προϋπηρεσία για αυξήσεις και προαγωγές και πολλά άλλα –και το κυριότερο, είναι πάντοτε σε καθεστώς απόλυτης ανασφάλειας και αγωνίας, για την επόμενη σύμβαση, την επόμενη ανανέωση ή παράταση…
Εξ ου και ο λόγος για καθεστώς «ομηρείας» των «συμβασιούχων». Ομηρείας που ασφαλώς δεν είναι μόνο εργασιακή και οικονομική, αλλά και πολιτική, καθώς όχι σπάνια οι προσλήψεις εξαρτώνται από την εκάστοτε «πολιτική βούληση» ή την «απόφαση της διοίκησης» κάθε οργανισμού και φορέα… Αντί για σταθερές θέσεις εργασίας, με τακτικό προσωπικό που προσλαμβάνεται μετά από σοβαρή διαγωνιστική διαδικασία ΑΣΕΠ, επιλέγονται προσλήψεις με πρόχειρους διαγωνισμούς για -πολλές φορές απαιτητική- εργασία λίγων μηνών κάθε φορά, έναντι … πινακίου φακής. Έτσι, συνεχώς και επί χρόνια. Αλλιώς: ανεργία.
Το καθεστώς αυτό, της υποαμειβόμενης εργασίας, της εργασιακής ανασφάλειας (και συχνά εκμετάλλευσης) και της γενικότερης ομηρείας, έχει καταδικασθεί στο ανώτατο επίπεδο, από τις πιο αντιπροσωπευτικές οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συμφωνία τους η οποία ενσωματώθηκε και έγινε μέρος της γνωστής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Απαγορεύεται δηλαδή αυτό το καθεστώς από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη θέσπιση αυτής της Οδηγίας, που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με το επίσης γνωστό π.δ. 164/2004 («Διάταγμα Παυλόπουλου»).
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι με το π.δ. 164/2004, προστατεύθηκαν αποτελεσματικά (με τη «μονιμοποίησή» τους, την ένταξή τους δηλαδή στο τακτικό προσωπικό, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) μόνο οι «συμβασιούχοι» του Δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα που ήδη είχαν τότε, στα μέσα του 2004, διαδοχικές συμβάσεις επί πολλά έτη. Προστατεύθηκαν δηλαδή «άπαξ» εκείνοι οι παλαιοί «συμβασιούχοι» και μόνο! Μετά τι γίνεται; Οι επόμενοι «συμβασιούχοι» σε τι έχουν να προσβλέπουν;
Ασφαλώς η Οδηγία 1999/70/ΕΚ δεν είχε σκοπό την εφάπαξ εφαρμογή της!
Τα ελληνικά Δικαστήρια έχουν αντιμετωπίσει πάμπολλες -χωρίς υπερβολή πολλές χιλιάδες- υποθέσεις «συμβασιούχων». Και ενώ μέχρι ένα χρονικό σημείο δέχονταν ότι το κατάλληλο μέτρο για την προστασία τους ήταν η αναγνώριση των συμβάσεών τους ως αορίστου χρόνου (η «μονιμοποίησή» τους), η θέση τους αυτή άλλαξε. Ήδη από το έτος 2007, οι αποφάσεις της 19/2007 και 20/2007 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έκλεισαν δυνατότητα «μονιμοποίησης» ερμητικά -αυτό ανεξάρτητα από το εάν και κατά πόσο συμβαδίζουν με το δίκαιο της Ε.Ε., που είναι μια άλλη συζητήση.
Η απαγορευτική θέση του Αρείου Πάγου δεν έχει μεταβληθεί, ακόμη και μετά από επανειλημμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το θέμα της αποτελεσματικής προστασίας των «συμβασιούχων» στην Ελλάδα, με πιο πρόσφατη τη σημαντική απόφαση του 2021 στην υπόθεση C-760/18, σε απάντηση προδικαστικού ερωτήματος για τους «συμβασιούχους» του Δήμου Αγ. Νικολάου. Η νομολογία του Αρείου Πάγου δεν έχει αλλάξει -εάν συμφωνεί κανείς ή όχι είναι άλλο θέμα- καθώς επικαλείται συνταγματικό κώλυμα για μονιμοποιήσεις πέραν εκείνων που έγιναν άπαξ, βάσει του π.δ. 164/2004.
Με δύο λόγια, πρακτικά «μονιμοποιήσεις» μετά το π.δ. 164/2004 αποκλείονται.
Τι γίνεται όμως με τους «συμβασιούχους» που συνεχίζουν να υπομένουν το ίδιο καθεστώς μετά το π.δ. 164/2004 και μέχρι και σήμερα; Δεν έχουν καμία προστασία έναντι της κατάχρησης, παρότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ ασφαλώς τους προστατεύει και με τρόπο κατηγορηματικό τούς απονέμει δικαιώματα;
Υποτίθεται ότι όταν υιοθετήθηκε το π.δ. 164/2004, το φαινόμενο εκμετάλλευσης των «συμβασιούχων» στην Ελλάδα, που δεν καλύπτουν έκτακτες ανάγκες περιορισμένης διάρκειας αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες, θα σταματούσε. Βεβαίως, όλοι πολύ καλά γνωρίζουν ότι όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά προσέλαβε και νέα δυναμική!
Μία διέξοδος που προσωρινά βρέθηκε, για ένα διάστημα, ακόμη και μετά τις απαγορευτικές αποφάσεις 19/2007 και 20/2007 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ήταν η επίσημη αποδοχή της εκάστοτε αγωγής των εργαζομένων στο Πρωτοδικείο από τον εργοδότη του δημοσίου τομέα (συνήθως Δήμο), ώστε να αναγνωρισθεί ότι είναι τακτικοί υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Με επίκληση του ενωσιακού δικαίου και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι προστατευτική για τους «συμβασιούχους». Αυτό λειτούργησε για ένα διάστημα, καθώς αφενός αρκετές φορές το Πρωτοδικείο αποδεχόταν την αγωγή (αφού και ο εργοδότης δεν αντέλεγε) και αφετέρου ο εργοδότης (συνήθως Δήμος) δεν ασκούσε έφεση κατά της θετικής για τους εργαζόμενους απόφασης. Όμως από το 2019, οι Δήμοι είναι πλέον υποχρεωμένοι αναγκαστικά βάσει νόμου να ασκούν έφεση κατά κάθε τέτοιας απόφασης, με βάση μία από τις πρώτες διατάξεις που θεσπίσθηκαν με την αλλαγή Κυβέρνησης τότε. Αυτό σημαίνει παραπομπή της υπόθεσης στο Εφετείο, που πρακτικά συνεπάγεται στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων την απόρριψη της αγωγής για τη «μονιμοποίηση» άνευ ετέρου. Και, σε κάθε περίπτωση, από τον Άρειο Πάγο αν η δίκη συνεχισθεί.
Έτσι, σήμερα πλέον τα Πρωτοδικεία και Εφετεία έχουν γίνει πολύ (πάρα πολύ!) φειδωλά στην έκδοση θετικών αποφάσεων, για το αίτημα της «μονιμοποίησης», σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένη την κάθετα αρνητική νομολογία του Αρείου Πάγου.
Τι απομένει, επομένως, πρακτικά στους «συμβασιούχους» σήμερα; Και ιδίως σε εκείνους που προσλήφθηκαν μετά το έτος 2004, που δεν προστατεύθηκαν με το π.δ. 164/2004, και που ρεαλιστικά δεν έχουν πολλές ελπίδες σε «μονιμοποίηση» μέσω της δικαστικής οδού;
Υπάρχει ακόμη κάτι, που δεν έχει αξιοποιηθεί επαρκώς. Και αυτό είναι η καταβολή σημαντικής αποζημίωσης σε αυτούς τους εργαζομένους. Η διεκδίκηση αποζημίωσης δεν αποκλείει τη διεκδίκηση, εξάλλου, της θέσης εργασίας αορίστου χρόνου, μία προσπάθεια που ωστόσο έχει φθάσει πολλές φορές μέχρι την έδρα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Λουξεμβούργο, χωρίς να καμφθεί η θέση του Αρείου Πάγου. Χωρίς να αποκλείεται κάποια αλλαγή στο μέλλον, αυτή τη στιγμή τα πράγματα έχουν έτσι.
Σε αυτό το πλαίσιο, όσο και εάν δεν έχει την ίδια αξία με τη μονιμοποίηση, η καταβολή αποζημίωσης είναι και αυτή σημαντική. Ιδίως εάν δεν είναι μικρού ποσού.
Η καταβολή αποζημίωσης έχει προβλεφθεί εξ αρχής στο π.δ. 164/2004, με το άρθρο 7, ως δικαίωμα για τους «συμβασιούχους» που έχουν απασχοληθεί από εργοδότη του δημοσίου τομέα με συμβάσεις καταχρηστικές.
Όμως οι εργαζόμενοι που έχουν υποστεί κατάχρηση, πολλές φορές επί χρόνια ή και δεκαετίες ολόκληρες, με τη μορφή απασχόλησης των διαδοχικών συμβάσεων περιορισμένης διάρκειας, στην πράξη δεν φαίνεται να έχουν επικαλεστεί και ασκήσει το δικαίωμά τους αυτό. Ενδεχομένως επειδή δεν το κρίνουν το ίδιο σημαντικό με τη «μονιμοποίηση», που όμως θα πρέπει πια ρεαλιστικά να θεωρείται ελάχιστα πιθανή δια της δικαστικής οδού (τουλάχιστον μέχρι μία επόμενη συνταγματική αναθεώρηση). Ενδεχομένως όμως και επειδή δεν γνωρίζουν ότι έχουν το δικαίωμα σε αποζημίωση.
Τα νερά έρχεται πλέον να ταράξει μία σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Πρωτοδικείου αλλά και του Εφετείου Αθηνών, που έκριναν επί υποθέσεων «συμβασιούχων» Μουσικών στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ. Ορισμένοι από αυτούς εργάζονται στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ για πολλά χρόνια, πάνω από εννιά οι περισσότεροι, και κάποιοι μέχρι και είκοσι..! Πάντοτε ως «έκτακτοι», ως «εργολάβοι»…! Είναι μέλη της ίδιας ορχήστρας με τους συναδέλφους τους Μουσικούς που έχουν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου στα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ, έχουν το ίδιο ωράριο στις πρόβες, τις ίδιες συμμετοχές στις παραστάσεις και παραγωγές, τις ίδιες υποχρεώσεις – όχι όμως και τα ίδια δικαιώματα. Κάθε χρόνο αγωνιούν για την επόμενη σεζόν, λαμβάνουν πενιχρές αμοιβές, είναι πάντοτε εκεί αλλά πάντοτε στο περιθώριο, κι ας είναι κάποιοι ακόμη και κορυφαίοι καλλιτέχνες, με διεθνή αναγνώριση.
Ενώ η ΕΡΤ αρνείται στους Μουσικούς αυτούς ουσιαστικά οποιοδήποτε δικαίωμα, πέραν των θλιβερών αμοιβών που προβλέπονται στις εκάστοτε «συμβάσεις έργου», που επαναλαμβάνονται συνεχώς επί χρόνια, τα Δικαστήρια έκριναν αλλιώς. Με τις 83/2024, 215/2024 και 772/2024 αποφάσεις του το Πρωτοδικείο Αθηνών και με τις πολύ πρόσφατες 142/2025 και 594/2025 αποφάσεις του το Εφετείο Αθηνών, επιδίκασαν αποζημιώσεις σε αυτούς τους συμβασιούχους. Με αποδοχή του αιτήματος των ενδιαφερομένων που στηρίχθηκαν ιδίως στο άρθρο 7 του π.δ. 164/2004.
Κρίνοντας ότι παράνομα και καταχρηστικά η ΕΡΤ υπέβαλε τους Μουσικούς αυτούς στο καθεστώς πολυετών διαδοχικών συμβάσεων δήθεν έργου, τα Δικαστήρια τους επιδίκασαν αποζημιώσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ.
Έτσι, οι δικαστικές αυτές αποφάσεις, χωρίς να αμφισβητήσουν το νομικό εμπόδιο «μονιμοποίησης» κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, δίνουν δίκαιο στους εργαζόμενους αυτούς και με αναλυτική νομική τεκμηρίωση θεμελιώνουν το δικαίωμά τους σε αποζημίωση, για το άδικο εργασιακό καθεστώς στο οποίο έχουν υποχρεωθεί.
Οι νέες αυτές δικαστικές αποφάσεις είναι πολύ σημαντικές, για πολλούς λόγους. Καταρχάς, για λόγους ηθικούς: η Δικαιοσύνη κρίνει ότι υπάρχουν βασικά δικαιώματα αυτών των ανθρώπων που έχουν παραβιαστεί και μάλιστα συστηματικά –κι ας ανήκει ο εργοδότης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έπειτα, για λόγους εργασιακούς: τα ποσά αποζημίωσης που επιδικάζονται δεν μπορούν βέβαια να καλύψουν το βασικό αίτημα της σταθερής θέσης εργασίας, είναι όμως και αυτά μία ενίσχυση του εργαζόμενου που έχει υποστεί κατάχρηση αλλά και μία όχι αμελητέα κύρωση για τον εργοδότη. Και ασφαλώς, για λόγους οικονομικούς: είναι κρίσιμο ότι πρόκειται και εφετειακές αποφάσεις, με τις οποίες η δικαστική διάγνωση είναι τελική και οι αποφάσεις είναι εκτελεστές, δηλαδή σε ποσά άμεσα εισπράξιμα από τους δικαιούχους. Παράλληλα, οι αποφάσεις αυτές είναι και δικαιοπολιτικά σημαντικές, καθώς θέτουν και ζήτημα ευρύτερων ευθυνών των διοικήσεων που επέλεξαν αυτές τις μεθοδεύσεις σε βάρος των εργαζομένων, αντί να προχωρήσουν στις προβλεπόμενες διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με τον Δικηγόρο Κωνσταντίνο Τοκατλίδη, που χειρίσθηκε τις εν λόγω υποθέσεις, «οι δικαστικές αυτές αποφάσεις, επιδικάζοντας αποζημιώσεις σε εργαζόμενους που αντιμετωπίσθηκαν ως συμβασιούχοι επί σειρά ετών, κατοχυρώνουν ένα ελάχιστο δίχτυ προστασίας γενικότερα για τους συμβασιούχους των δημοσίων επιχειρήσεων, των ΟΤΑ και του Δημοσίου. Και αυτό επειδή η διάταξη στην οποία βασίσθηκε η κρίση των Δικαστηρίων είναι εφαρμοστέα σε όλο το δημόσιο τομέα. Ανοίγεται επομένως ο δρόμος για διεκδίκηση αποζημίωσης, από όλους όσοι έχουν υποστεί αυτό το καθεστώς ανασφάλειας και εκμετάλλευσης επί χρόνια. Ο πολιτικός, νομικός και δικαστικός αγώνας για την κατοχύρωση σταθερών θέσεων εργασίας πρέπει να συνεχισθεί και θα συνεχισθεί, όπως απαιτεί όχι μόνο το ενωσιακό δίκαιο αλλά και η κοινωνική δικαιοσύνη. Παράλληλα, όμως, οι παρανομούντες εργοδότες θα πρέπει να καταβάλουν στους συμβασιούχους τις σημαντικές αποζημιώσεις που ήδη προβλέπονται στη νομοθεσία. Και όχι να τους εκμεταλλεύονται αζημίως, όπως δυστυχώς γινόταν μέχρι τώρα.»































