
Η ελβετική τράπεζα UBS διατηρεί τις τιμές-στόχους για τις ελληνικές τράπεζες με συστάσεις buy και σημαντικά περιθώρια ανόδου.
Οι τιμές-στόχοι είναι για την Alpha Bank τα €2,42 με περιθώριο ανόδου 31%, για τη Eurobank τα €3,00 με περιθώριο ανόδου 22%, για την Εθνική Τράπεζα τα €11,20 με περιθώριο ανόδου 30% και, τέλος, για την Τράπεζα Πειραιώς τα €5,70 με περιθώριο ανόδου 22%.
Η περίοδος των αποτελεσμάτων ξεκινά με την Τράπεζα Πειραιώς στις 24 Φεβρουαρίου, ενώ οι πρώτες ενημερώσεις από τις Αlpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς δείχνουν ότι η κερδοφορία παρέμεινε ισχυρή το τέταρτο τρίμηνο. Οι τράπεζες θα καθαρίσουν περαιτέρω τους ισολογισμούς τους με κάποιες επιβαρύνσεις που θα επηρεάσουν την τελική γραμμή.
Η εστίαση των επενδυτών θα είναι στα επικαιροποιημένα επιχειρηματικά σχέδια, που θα αποκαλυφθούν στα αποτελέσματα. Οι τράπεζες θα διατηρήσουν τις προηγούμενες προβλέψεις τους για τα καθαρά έσοδα από τόκους για το 2026 ή θα τις αναβαθμίσουν, ενώ οι ενημερώσεις σχετικά με τα σχέδια διανομής και το μείγμα των μερισμάτων σε μετρητά έναντι της επαναγοράς μετοχών θα δώσουν τον τόνο, τονίζει ο οίκος.
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της UBS o όγκος των νέων δανείων ήταν ισχυρός στις επιχειρήσεις με 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και στα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια με 180 εκατ. ευρώ. Οι καθαρές πιστωτικές ροές ήταν επίσης θετικές, καθώς οι μη χρηματοοικονομικές εταιρικές καθαρές ροές ανήλθαν σε 2 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο και 9,3 δισ. ευρώ για το έτος έναντι 3,7 δισ. ευρώ το 2023. Οι καθαρές ροές ενυπόθηκων δανείων έγιναν επίσης θετικές για πρώτη φορά. Οι συνολικές καθαρές ροές των νοικοκυριών συνέχισαν να αυξάνονται, φθάνοντας σε 54 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο.
********
H Goldman Sachs διατηρεί την τιμή στόχο για τον Γενικό Δείκτη στις 1.475 μονάδες και την ουδέτερη σύσταση της και 8% χαμηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα, ωστόσο οι ελληνικές μετοχές θα είναι από τους μεγαλύτερους ωφελημένους σε περίπτωση που τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.
«Σε κλαδικό επίπεδο, βρίσκουμε ότι οι τράπεζες και οι τηλεπικοινωνίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας στην Ελλάδα θα μπορούσαν να είναι μεταξύ των δυνητικά μεγαλύτερων ωφελημένων, καθώς παρουσιάζουν αρνητικό συντελεστή κινδύνου (beta) στις τιμές του φυσικού αερίου και έχουν υποαποδώσει σημαντικά κατά τη διάρκεια της ρωσικής εισβολής το 2022 σημειώνει.
Ο αμερικανικός οίκος για την ώρα όμως δεν αλλάζει τη σύσταση του και βλέπει ως «ταβάνι» τις 1.475 μονάδες, εκτίμηση που βασίζεται στη μείωση των EPS (κέρδη ανά μετοχή) των εισηγμένων εταιρειών κατά 4% το 2025 και μικρή ανάκαμψη το 2026 και ενίσχυση 2%.
Από την άλλη, ο Γενικός Δείκτης του εγχώριου χρηματιστηρίου ξεχωρίζει μεταξύ των αναδυόμενων αγορών σε επίπεδο μερισματικής απόδοσης. Οι αναλυτές του οίκου εκτιμούν ότι η μερισματική απόδοση του Γενικού Δείκτη θα διαμορφωθεί σε 7%, που αποτελεί την υψηλότερη μαζί με την αγορά της Κολομβίας. Συνεπώς, η τελική καθαρή προβλεπόμενη απόδοση της αγοράς σε όρους δολαρίου διαμορφώνεται στο 8%.
********
Όλο και χαμηλότερα θέτουν πλέον τον στόχο των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οι περισσότεροι αναλυτές, καθώς το νέο περιβάλλον αβεβαιότητας που τροφοδοτείται από την αμερικανική εμπορική πολιτική θα επηρεάσει τις νομισματικές συνθήκες στην Ευρωζώνη.
Οι αξιωματούχοι της Φρανκφούρτης αναμένεται ακόμη ευρέως να μειώσουν το επιτόκιο καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης σε κάθε μία από τις επόμενες τρεις συνεδριάσεις, από το τρέχον επίπεδο του 2,75%, σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα του Bloomberg. Ωστόσο, μια μικρή πλειοψηφία προβλέπει τώρα ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα προβούν σε μεγαλύτερη μείωση έως τον Μάρτιο του 2026.
Ενώ η εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτικών για την επίτευξη του στόχου για τον πληθωρισμό του 2% έχει αυξηθεί, οι απειλές του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για δασμούς στις ΗΠΑ επιβαρύνουν τις προοπτικές, αναφέρει το Bloomberg.
Οι αξιωματούχοι συζητούν πόσο ακόμη πρέπει να μειώσουν τα επιτόκια μετά από πέντε τέτοιες κινήσεις από τον περασμένο Ιούνιο. Ένα βασικό ερώτημα είναι εάν μπορούν να σταματήσουν στο λεγόμενο ουδέτερο επίπεδο που ούτε περιορίζει ούτε τονώνει την οικονομική ανάπτυξη, αν και αρκετοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν προειδοποιήσει να μην χρησιμοποιηθεί η ιδέα για την καθοδήγηση πολιτικών αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο.



























