
Οι ελληνικές μετοχές προσφέρουν μια από τις καλύτερες αποδόσεις στον κόσμο, εν όψει των εκλογών της Κυριακής, καθώς οι επενδυτές ποντάρουν ότι η χώρα μπορεί να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα.
Τα κέρδη σχεδόν 22% από την αρχή του έτους κατατάσσουν το ελληνικό χρηματιστήριο έκτο μεταξύ των 92 που παρακολουθεί το Bloomberg. Παράλληλα εμφανίζει την καλύτερη εικόνα σε σχέση με τα περισσότερα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.
Καταλύτης για την εντυπωσιακή πορεία της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς σύμφωνα με το Bloomberg οι μετοχές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.
Από τα χαμηλά του περασμένου Ιουλίου ο τραπεζικός δείκτης του ελληνικού χρηματιστήριου έχει σχεδόν διπλασιασθεί.
Μετά από χρόνια επενδυτικής απαξίωσης (συνέπεια της κρίσης στην Ελλάδα), οι μετοχές των τραπεζών επωφελούμενες από την αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την ενίσχυση των εσόδων τους από τις αυξήσεις αυτές, έχουν αναλάβει τον ρόλο του «μπροστάρη» στην ανοδική αυτή πορεία του ΧΑ στη διάρκεια του τρέχοντος έτους.
*********
Για αύξηση των κόκκινων δανείων ανάμεσα στους δανειολήπτες που έχουν στην κατοχή τους παλιά κτίρια γραφείων σε περιοχές με χαμηλή ζήτηση, προειδοποιεί η S&P.
Μάλιστα, τα στοιχεία του οίκου αξιολόγησης δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι ανάμεσα σε εκείνες που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση σε αυτά.
Ως ποσοστό των συνολικών δανείων, οι σουηδικές τράπεζες εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση (στο 13,51%) και ακολουθούν οι ελληνικές και νορβηγικές τράπεζες. Οι πορτογαλικές και οι ελληνικές τράπεζες έχουν τους υψηλότερους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων στα εμπορικά ακίνητα.
Οι μεγαλύτερες ανησυχίες εστιάζουν στους λεγόμενους secondary χώρους γραφείων, δηλαδή σε αυτού του είδους τα ακίνητα που βρίσκονται εκτός του prime κομματιού της αγοράς στις μεγάλες πόλεις. Η μείωση της ζήτησης για χώρους γραφείων γενικά, λόγω της υιοθέτησης της εξ αποστάσεως εργασίας, επιδεινώνει το πρόβλημα, τονίζουν οι αναλυτές, καθώς τα ποσοστά πληρότητας των γραφείων στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις διαμορφώνονταν τον Φεβρουάριο στο 55%, έναντι 70% που ήταν πριν από την πανδημία.





























