
Σε βρετανικό δικαστήριο προσφεύγει η Ελλάδα για τα GDP warrants, τους τίτλους του ελληνικού δημοσίου που δίνουν δικαίωμα στους κατόχους να πάρουν μέρος του κεφαλαίου τους, εφόσον η ελληνική οικονομία υπερβεί συγκεκριμένες επιδόσεις.
Στην αγωγή, η Ελλάδα ζητά από το δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα της προσφοράς της για αγορά όλων των ανεξόφλητων τίτλων που συνδέονται με τις επιδόσεις του ΑΕΠ και λήγουν το 2042. Επίσης, ζητά να επιβεβαιώσει ότι η αξία τους υπολογίστηκε σωστά.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα GDP warrants εκδόθηκαν το 2012 εν μέσω της θύελλας της κρίσης και θεωρήθηκαν από κάποιους δυνατό στοίχημα στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η Ελλάδας κινείται τώρα νομικά κατά πάσα πιθανότητα προκειμένου να αποφύγει μία αγωγή από τους πιστωτές που διαφωνούν με τον υπολογισμό της αξίας των τίτλων. Εξάλλου, η Ελλάδα θα μπορούσε να εξοικονομήσει χρήματα από τις πληρωμές, δεδομένου ότι η οικονομική της ανάκαμψη ξεπέρασε τις προσδοκίες.
Υπό τους όρους της αρχικής συμφωνίας, η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώσει τόκους περίπου 375 εκατ. ευρώ το 2027 αν το ΑΕΠ της ξεπεράσει τα 267 δισ. ευρώ και η οικονομική ανάπτυξη το 2%, σύμφωνα με πηγή που επικαλείται το Bloomberg. Αν όμως ασκήσει το call option και επαναγοράσει τους τίτλους, θα της κοστίσει περίπου 156 εκατ. ευρώ.
Τα ελληνικά warrants διαπραγματεύονται τώρα κοντά στα 30 σεντς του ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του Bloomberg, ενώ όταν η κυβέρνηση εξέδωσε την ανακοίνωση για το call option στις 4 Απριλίου ανέρχονταν κοντά στα 38 σεντς. Η προσφερόμενη τιμή επαναγοράς κινείται περίπου στα 25 σεντς του ευρώ.
*******
Έως το 2033, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα έχει υπερβεί τα προ κρίσης επίπεδα, προβλέπει ανάλυση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, τονίζοντας ωστόσο ότι το ύψος της ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από τον βαθμό ανάκτησης του κεφαλαιακού αποθέματος.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας προβλέπεται να υπερβεί τα επίπεδα του 2007 και του 2010 έως το 2033, έχοντας ως κινητήριους μοχλούς για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που υποστηρίζεται από τις επενδύσεις και την εμβάθυνση του κεφαλαίου, δηλαδή την αύξηση του ποιοτικού κεφαλαίου ανά εργαζόμενο.
Κάνοντας μια «ακτινογραφία» της αναπτυξιακής πορείας της χώρας τα τελευταία 60 χρόνια, το ΚΠΚΒ υποδεικνύει ότι «χωρίς στοχευμένες πολιτικές για τη στήριξη της ισχυρής αύξησης των επενδύσεων, την προώθηση της υιοθέτησης νέων τεχνολογιών και τη στήριξη της εμβάθυνσης του κεφαλαίου, η Ελλάδα ενδέχεται να δυσκολευτεί να επιτύχει διατηρήσιμη βελτίωση στην παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία είναι καθοριστικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη οικονομική μεγέθυνση».
*******
Η JPMorgan σχεδιάζει να αποσύρει την αγωγή της ύψους 900 εκατομμυρίων ευρώ κατά της Viva Wallet στο Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο θα συνεχίσει να κινείται νομικά εναντίον της στην Ελλάδα.
Ο γίγαντας των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών απέκτησε το 48,5% των μετοχών της Viva Wallet, το 2022. Το υπόλοιπο της επιχείρησης ελεγχόταν από τον ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της Viva, Χάρη Καρώνη, μέσω της εταιρείας χαρτοφυλακίου WRL. Μέσα σε λίγα χρόνια, ωστόσο, η συμφωνία είχε ναυαγήσει — με τις δύο εταιρείες να καταθέτουν αγωγές η μία εναντίον της άλλης.
Τον Ιανουάριο, η JPM άσκησε αγωγές στην Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο, απαιτώντας αποζημίωση 917 εκατομμυρίων ευρώ για ζημίες που υπέστη από την επένδυσή της το 2022.
Ένας εκπρόσωπος της JPM δήλωσε στην Sifted: «Δεν έχουμε αποσύρει την αγωγή αποζημίωσης ύψους 917 εκατομμυρίων ευρώ που καταθέσαμε στην Ελλάδα και δεν έχουμε καμία πρόθεση να το κάνουμε».
Η κόντρα περιστρέφεται κυρίως γύρω από μια ρήτρα που περιλαμβανόταν στην αρχική συμφωνία, η οποία όριζε ότι η JPM θα είχε το δικαίωμα να αναλάβει την επιχείρηση εάν η αποτίμησή της ήταν κάτω από 5 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2025. Ο Χάρης Καρώνης κατηγόρησε την JPM ότι προσπάθησε να υπονομεύσει την αποτίμηση της Viva για να συμβεί αυτό.
Η αψιμαχία αυτή είναι μόνο ένα από τα πολλά κεφάλαια σε ένα συνεχιζόμενο μπρα ντε φερ μεταξύ της JP Morgan και της WRL για την αποτίμηση της Viva, ύστερα από την απόφαση του Εφετείου στην Αγγλία που έδωσε μια μικτή απόφαση για τις δύο εταιρείες, διευθετώντας πολύπλοκα ζητήματα μεταξύ των δύο πλευρών.






























