Στη Νέα Υόρκη χτυπά η καρδιά του ελληνικού επιχειρείν, εύσημα και συστάσεις του ΔΝΤ στην Ελλάδα και τί περιμένουν οι αγορές από τη συνεδρίαση της ΕΚΤ

Ένα σημαντικό ραντεβού δίνει η ελληνική οικονομία, οι ελληνικές τράπεζες, το Χρηματιστήριο Αθηνών και οι μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες με ισχυρούς διαχειριστές κεφαλαίων στο επενδυτικό roadshow που διοργανώνουν σήμερα στη Νέα Υόρκη, η JP Morgan με τον όμιλο του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Ενδεικτικό του ενδιαφέροντος είναι και το γεγονός ότι έχουν προγραμματιστεί πάνω από 100 ραντεβού μεταξύ των ελληνικών εταιρειών και διαχειριστών κορυφαίων διεθνών funds.

«Όπλο» της ελληνικής αποστολής για την προσέλκυση ξένων επενδυτών αποτελούν η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, με την Ελλάδα να ανεβαίνει από τη «Β’ Εθνική στην Α’ Εθνική», το υγιές μακροοικονομικό υπόβαθρο, με το ελληνικό ΑΕΠ να αναμένεται να αυξηθεί άνω του 2%, η συνεχής δημοσιονομική πειθαρχία, η συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στους δείκτες IG μετά την τελευταία αναβάθμιση από τη Fitch και η προοπτική αναβάθμισης του Χ.Α στις αναπτυγμένες αγορές.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αναμένεται να επικεντρωθεί στις ελληνικές τράπεζες. Το ισχυρό story του κλάδου συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ με την επιστροφή στη διανομή μερισμάτων, μετά από 15 έτη.

Πέρα από τη συμμετοχή τους στο τραπεζικό πάνελ και την παρουσία τους στο γεύμα, το οποίο θα παραθέσει ο ισχυρός άνδρας της JP, Tζέιμι Ντίμον, οι τραπεζίτες θα έχουν την ευκαιρία να συνομιλήσουν κατ’ ιδίαν με μερικά από τα πλέον ισχυρά επενδυτικά funds.

Το πλήθος των ραντεβού που έχουν κλειστεί με τους CEOs των τεσσάρων συστημικών Ομίλων, κ. κ. Χρήστο Μεγάλου (Τράπεζα Πειραιώς), Φωκίωνα Καραβία (Eurobank), Βασίλη Ψάλτη (Alpha Bank), Παύλο Μυλωνά (Εθνική Τράπεζα), αλλά και τους επικεφαλής των Attica Bank, κυρία Ελένη Βρεττού και Τράπεζας Κύπρου, κ. Πανίκο Νικολάου, μαρτυρά το ενδιαφέρον των επενδυτών για τον εγχώριο κλάδο, ο οποίος έχει επιστρέψει στα «ραντάρ» τους, τόσο για τις επιδόσεις του σε μία σειρά από οικονομικά μεγέθη, όσο κυρίως για τις προοπτικές του.

*******

Οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας έχουν βελτιωθεί σημαντικά, αλλά παραμένουν σημαντικές προκλήσεις για το μέλλον, τονίζει στην έκθεσή του για την Ελλάδα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Μετά από μια ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία, η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε εύρωστη με την πρόβλεψη αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ σε 2,3% το 2023 και 2,1% το 2024. Η ιδιωτική κατανάλωση θα υποστηριχθεί από θετική αύξηση των πραγματικών μισθών, ενώ οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να επεκτείνονται με την εφαρμογή του Εθνικού Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που υποστηρίζεται από κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσει το 2% έως το τέλος του 2025, καθώς οι πιέσεις στον πυρήνα του πληθωρισμού θα εκτονωθούν μόνο σταδιακά παρά τη συνεχιζόμενη ομαλοποίηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων.

Το τραπεζικό σύστημα, προσθέτει το ΔΝΤ, παρέμεινε ανθεκτικό. Η ποιότητα του ενεργητικού βελτιώθηκε περαιτέρω με τον δείκτη των μη εξυπηρετούμενων δανείων να μειώνεται κάτω από το 5% στις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ συνέβαλε σε ισχυρή ανάκαμψη των τραπεζικών κερδών και ενίσχυσε την κεφαλαιακή επάρκεια. Το τραπεζικό σύστημα διατηρεί επίσης σημαντικά αποθέματα ρευστότητας παρά τις σημαντικές αποπληρωμές TLTRO της ΕΚΤ.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει το ΔΝΤ οι κίνδυνοι είναι πιο ισορροπημένοι για την ανάπτυξη, αλλά έχουν μια τάση προς τα πάνω για τον πληθωρισμό. Μια πιθανή κλιμάκωση του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία και της σύγκρουσης στη Γάζα θα μπορούσε να διαταράξει το εμπόριο και να προκαλέσει νέες πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη αγορών και επενδυτών. Αντίθετα, η επιτάχυνση των φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με τις ισχυρότερες από τις αναμενόμενες αντιδράσεις της αγοράς στην πρόσφατη αναβάθμιση της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα, θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω τις προοπτικές ανάπτυξης. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να παραμείνει υψηλός, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα των πιέσεων από τις πρόσφατες και αναμενόμενες αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων και των κλυδωνισμών που σχετίζονται με την κλιματικη αλλαγη.

*******

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στο υψηλό ρεκόρ τους μετά τη σημερινή συνεδρίασή της, ενώ οι επενδυτές αναζητούν καθοδήγηση σχετικά με πιθανές μειώσεις των επιτοκίων.

«Η συνεδρίαση της ΕΚΤ είναι, ως συνήθως, απίθανο να οδηγήσει σε αλλαγές στρατηγικής αλλά θα συμπεριλαμβάνει εκτιμήσεις για το τι μέλλει γενέσθαι το 2024», ανέφεραν οικονομολόγοι της Société Générale

Η UBS κάνει λόγο για μια συνεδρίαση «γέφυρα προς την πιο σημαντική συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου, όταν, η ΕΚΤ θα παρουσιάσει τις επικαιροποιημένες μακροοικονομικές προβολές του προσωπικού»

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα έχει την ευκαιρία να συζητήσει τα πιο πρόσφατα οικονομικά στοιχεία και τα βασικά μηνύματα της ενημερωμένης δήλωσης νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ θα παραμείνουν αμετάβλητα από τον Δεκέμβριο, επισημαίνουν οι αναλυτές.

Oι αγορές τιμολογούν σωρευτικές μειώσεις επιτοκίων κατά 32 μονάδες βάσης έως τον Απρίλιο, 66 μονάδες έως τον Ιούνιο, 155 μονάδες έως το τέλος του έτους (2,45%) και 188 μονάδες βάσης έως το τέλος του 2025.

Η UBS εξηγεί ότι παραμένει επιφυλακτική σχετικά με μια ακόμη μείωση των επιτοκίων νωρίτερα από τον Απρίλιο, στις 7 Μαρτίου, κατά 11 μονάδες βάσης για δύο λόγους:

Πρώτον, η ΕΚΤ έχει επανειλημμένα τονίσει τη σημασία των μισθολογικών εξελίξεων την άνοιξη του 2024 και τον αντίκτυπό τους στις προοπτικές για τον πληθωρισμό.

«Πιστεύουμε ότι έως τις 7 Μαρτίου δεν θα υπάρχουν επαρκή στοιχεία για συγκράτηση της αύξησης των μισθών που θα έκαναν την ΕΚΤ άνετη με τη μείωση των επιτοκίων» σημειώνουν οι αναλυτές.