
Η ζήτηση για δάνεια στην Ευρωζώνη φαίνεται ότι έχει πιάσει πάτο, καταγράφοντας πτώση για περισσότερο από έναν χρόνο λόγω της αύξησης των επιτοκίων, σύμφωνα με την τριμηνιαία έρευνα της ΕΚΤ για τον τραπεζικό δανεισμό.
Η έκθεση που δημοσιεύτηκε την Τρίτη, έδειξε ότι η μείωση της όρεξης για επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια ήταν μικρότερη το τέταρτο τρίμηνο σε σχέση με τους προηγούμενους τρεις μήνες. Παράλληλα, οι τράπεζες αναμένουν ακόμη και μια μικρή αύξηση της ζήτησης για δάνεια το τρίμηνο που διανύουμε – την πρώτη από τις αρχές του 2022.
Ωστόσο, οι τράπεζες συνέχισαν να αυστηροποιούν τα κριτήρια πίστωσης, αν και με πιο ήπιο ρυθμό, με την ΕΚΤ να δαβλέπει τάση εξομάλυνσης το 2024.
Οι αξιωματούχοι της Φρανκφούρτης αξιολογούν κατά πόσο η πρωτοφανής νομισματική σύσφιξη θα επηρεάσει ακόμα την οικονομία. Ο τραπεζικός δανεισμός είναι ένας βασικός δίαυλος μέσω του οποίου θέλουν να περιορίσουν την οικονομική δραστηριότητα και να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στο 2%. Παράλληλα, όμως, δεν θέλουν επιδεινώσουν την κατάσταση πέρα από τη διαφαινόμενη «ήπια προσγείωση» στην οποία φαίνεται να έχει περιέλθει.
Την ίδια στιγμή στη χώρα μας η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια μειώθηκε το τέταρτο τρίμηνο του 2023 ενώ η ζήτηση για καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια παρέμεινε αμετάβλητη σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος.
*********
Ψήφο εμπιστοσύνης στα ελληνικά ομόλογα δίνει η JP Morgan και διατηρεί της long θέσεις καθώς περιμένει ότι η Αθήνα θα κάνει το ντεμπούτο της στις αγορές ομολόγων για το 2024, με μία έκδοση 10ετούς τίτλου, πιθανότατα μέσα στις επόμενες ημέρες.
Ήδη, οι αναλυτές του αμερικανικού επενδυτικού οίκου σημειώνουν ότι οι εισροές από χαρτοφυλάκια παθητικής διαχείρισης συνεχίζονται, έπειτα από την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στους δείκτες investment grade, ως αποτέλεσμα της αναβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα και από τη Fitch, τον Δεκέμβριο.
Στο πλαίσιο αυτό, η JP Morgan εκτιμά ότι παρότι τα ελληνικά ομόλογα έγιναν πιο φθηνά το τελευταίο διάστημα, η τάση αυτή θα αντιστραφεί όταν ανακοινωθεί η έκδοση του 10ετούς.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του οίκου, το spread στην απόδοση του ελληνικού 10ετούς έναντι του αντίστοιχου γερμανικού bund θα ενισχυθεί από τα σημερινά επίπεδα των 105 μονάδων βάσης, στις 125 μονάδες βάσης τον Μάρτιο και ακόμα υψηλότερα, στις 130 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο και στις 140 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο.
Όπως αναφέρεται στη σχετική μελέτη, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εμφανίσει ανάπτυξη 2,3% φέτος, με πληθωρισμό στο 2,8%.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται στο 0,9% του ΑΕΠ και το πρωτογενές πλεόνασμα στο 2,5%, με το χρέος στο 152% του ΑΕΠ.
*********
Με όραμα να γίνει ηγετικός παίκτης καθαρής ενέργειας, κρίσιμων υποδομών και υπηρεσιών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ο Όμιλος ΔΕΗ παρουσίασε στο Λονδίνο το Στρατηγικό Σχέδιο για την τριετία 2024-2026, που βασίζεται στην υγιή οικονομική ανάπτυξη με αποδοτικές επενδύσεις εντός και εκτός Ελλάδος και όχημα την πράσινη μετάβαση, την πελατοκεντρική φιλοσοφία, την τεχνολογία και τις συνεργασίες.
Στόχος της διοίκησης είναι ένας «πράσινος» όμιλος που το 2030 θα έχει EBITDA €3 δισ. από διαφορετικές δραστηριότητες, ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε κρίση και να ανταποκριθεί στον κρίσιμο ρόλο του σε όλες τις χώρες που δραστηριοποιείται
Οπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Γιώργος Στάσσης οι συνολικές επενδύσεις θα φτάσουν τα 9 δισ. ευρώ στην τριετία, κυρίως σε ΑΠΕ, αναβάθμιση δικτύων και νέες δραστηριότητες, αυξημένες κατά 130% σε σχέση με την τριετία 2021-2023, οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν κυρίως από τις λειτουργικές ταμειακές ροές του Ομίλου και δανεισμό, το 80% του οποίου έχει ήδη εξασφαλισθεί.
Έχοντας φτάσει τον στόχο για ΕΒΙΤDA €1,5 δισ. 2 χρόνια νωρίτερα από το προηγούμενο Στρατηγικό Σχέδιο, ο Όμιλος στοχεύει τα επόμενα χρόνια σε αύξηση EBITDA κατά 15% σε ετήσια βάση. Το EBITDA του ομίλου αναμένεται να φτάσει τα €2,3 δισ. το 2026 (μια αύξηση της τάξης του 35% σε σχέση με τα €1,7 δισ. που ήταν ο παλαιότερος στόχος για το 2026). Για το 2030, ο Όμιλος ΔΕΗ στοχεύει σε EBITDA €3 δισ. περίπου.
Επίσης σχεδιάζεται η επαναφορά της μερισματικής πολιτικής μετά από σχεδόν 10 χρόνια, με διανομή μερίσματος κάθε χρόνο ξεκινώντας από το 35% (επί των καθαρών κερδών) και αυξάνοντας το μέχρι το 55%.




























