
Η ισχυρή επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης εξελίσσεται στον βασικό μοχλό στήριξης της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών, αλλά και της ανάπτυξης της οικονομίας, με το πρώτο τρίμηνο του 2026 να επιβεβαιώνει τη δυναμική του κλάδου. Οι συστημικές και μη συστημικές τράπεζες στοχεύουν συνολικά σε νέα δάνεια που μπορεί να προσεγγίσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν τα 15 δισ. ευρώ μέσα στη χρονιά.
Η Εθνική Τράπεζα στοχεύει σε πιστωτική επέκταση €3 δισ., η Eurobank €3,8 δισ., η Τράπεζα Πειραιώς €3 δισ., η Alpha Bank €3,5 δισ., η CrediaBank €1,2 δισ. και η Optima Bank €1,1 δισ. Ήδη στο πρώτο τρίμηνο, χωρίς ακόμη τα στοιχεία Alpha Bank και CrediaBank, η καθαρή πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε στα €4,7 δισ.
Ξεχωρίζει η Τράπεζα Πειραιώς με καθαρή επέκταση €1,3 δισ., ενώ η Eurobank κατέγραψε €1,1 δισ. και η Εθνική €500 εκατ. Η Optima Bank συνέχισε την επιθετική ανάπτυξη, με εκταμιεύσεις €1 δισ. αυξημένες κατά 27%.
Παράλληλα, η UBS σημειώνει ότι η επιχειρηματική πίστη αυξήθηκε κατά 10,9% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια περιορίστηκαν στο 3,3%, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού.
Σε επίπεδο αποτελεσμάτων, οι Εθνική, Eurobank, Πειραιώς, Κύπρου και Optima εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη €1,12 δισ. στο α΄ τρίμηνο, ενώ τα έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 20%, αποτυπώνοντας τη στροφή των τραπεζών σε πιο διαφοροποιημένες πηγές κερδοφορίας.
*******
Ένα ακόμη ισχυρό σήμα δημοσιονομικής σταθερότητας και αξιοπιστίας ετοιμάζεται να στείλει η Ελλάδα προς τις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης, προχωρώντας τον Ιούνιο σε πρόωρη αποπληρωμή χρέους ύψους 6,9 δισ. ευρώ από το τελευταίο δάνειο του πρώτου μνημονίου.
Η κίνηση εντάσσεται στη στρατηγική επιτάχυνσης της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, με στόχο αυτό να υποχωρήσει στο 130,3% του ΑΕΠ το 2027 και κάτω από το όριο του 120% του ΑΕΠ το 2029. Με την αποπληρωμή του Ιουνίου, η Ελλάδα θα έχει ήδη εξοφλήσει περίπου 28 δισ. ευρώ από τα συνολικά 52,3 δισ. ευρώ του τελευταίου δανείου του πρώτου μνημονίου.
Το οικονομικό επιτελείο σχεδιάζει μάλιστα και νέα πρόωρη αποπληρωμή προς το τέλος του έτους, αυτή τη φορά για μέρος του δανείου των 110 δισ. ευρώ από τον EFSF στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου.
Η ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας κοντά στο 2%, τα αυξημένα πρωτογενή πλεονάσματα και η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής δημιουργούν το δημοσιονομικό περιθώριο για την ταχύτερη μείωση του χρέους.
Παράλληλα, το 2026 αναμένεται να αποτελέσει χρονιά-ορόσημο, καθώς το ελληνικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει στο 136,8% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από το αντίστοιχο της Ιταλίας στο 138,6%, εξέλιξη που σηματοδοτεί μία ιστορική ανατροπή για την ελληνική οικονομία.
Στο επίκεντρο πλέον βρίσκεται ο νέος κύκλος αξιολογήσεων των ξένων οίκων το φθινόπωρο, με την κυβέρνηση να επιδιώκει περαιτέρω αναβαθμίσεις εντός της επενδυτικής βαθμίδας.
*******
Σε ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά και βιομηχανικά projects της επόμενης δεκαετίας εξελίσσεται η «Ασπίδα του Αχιλλέα», με ελληνικές εταιρείες να επιδιώκουν ισχυρή συμμετοχή στο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας που σχεδιάζει η Ελλάδα. Το πρόγραμμα εκτιμάται ότι μπορεί να κινηθεί κοντά στα €3 δισ., ενώ θεωρείται κομβικό τόσο για την αμυντική θωράκιση της χώρας όσο και για την επανεκκίνηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Η κυβέρνηση και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιδιώκουν τουλάχιστον το 25% του έργου να κατευθυνθεί στην ελληνική βιομηχανία μέσω συμπαραγωγών, ανάπτυξης υποσυστημάτων και τεχνικής υποστήριξης.
Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων βρίσκονται η Intracom Defense, με τεχνογνωσία σε ηλεκτρονικά και επικοινωνιακά συστήματα, η THEON International στα οπτρονικά και τα συστήματα επιτήρησης, καθώς και η METLEN, η οποία επιδιώκει μεγαλύτερη παρουσία στην ευρωπαϊκή αμυντική αλυσίδα αξίας.
Παράλληλα, ρόλο στο project διεκδικούν τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, η ΕΑΒ, η ΕΛΒΟ, αλλά και εταιρείες όπως οι Miltech, Scytalys, Akmon και Ναυπηγεία Σαλαμίνας, κυρίως σε έργα ολοκλήρωσης, λογισμικού, αισθητήρων, συντήρησης και κινητών πλατφορμών εκτόξευσης.
Το πρόγραμμα αναμένεται να προχωρήσει σταδιακά έως το τέλος της δεκαετίας, με τις τελικές προσφορές να τοποθετούνται εντός του 2026 και τις πρώτες παραδόσεις από το 2027.





























