Ποιες ελληνικές μετοχές βρίσκονται στο ραντάρ των ξένων, η προειδοποίηση Μυτιληναίου για πολιτική αστάθεια και κόστος ενέργειας και η Ελλάδα «ρίχνει» το χρέος, η Ευρωζώνη το αυξάνει

Η εικόνα που μεταφέρθηκε από το 11ο Greek Retreat της Wood & Company στην Αθήνα δείχνει ξεκάθαρα ποιες ελληνικές μετοχές συγκεντρώνουν πλέον το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών, με τα χαρτοφυλάκια να στρέφονται επιλεκτικά σε εταιρείες που συνδυάζουν ισχυρές ταμειακές ροές, ενεργειακή έκθεση και ορατότητα κερδοφορίας.

Στην κορυφή του ενδιαφέροντος βρέθηκαν οι Motor Oil και HELLENiQ ENERGY, καθώς οι ξένοι επενδυτές βλέπουν τα ελληνικά διυλιστήρια ως βασικό «στοίχημα» σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αυξημένων τιμών πετρελαίου και ισχυρών περιθωρίων διύλισης.

Παράλληλα, σταθερά στο επίκεντρο παραμένουν οι τραπεζικές μετοχές, με τις Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Optima Bank και Τράπεζα Κύπρου να προβάλλονται πλέον ως ιστορίες υψηλής κερδοφορίας, μερισμάτων και πιστωτικής επέκτασης και όχι απλώς ως «ιστορίες εξυγίανσης».

Ισχυρή παρουσία στο επενδυτικό ραντάρ έχουν αποκτήσει και οι υποδομές και τα ενεργειακά δίκτυα, με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ να ξεχωρίζει λόγω του μεγάλου ανεκτέλεστου και των παραχωρήσεων, ενώ η Cenergy Holdings θεωρείται από πολλά funds «ευρωπαϊκό play» πάνω στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και τις ενεργειακές υποδομές της επόμενης δεκαετίας.

Στο μικροσκόπιο των ξένων funds βρέθηκαν επίσης η Allwyn Entertainment λόγω της σχέσης της με τον ΟΠΑΠ, αλλά και η METLEN Energy & Metals, με την αγορά να συνεχίζει να ζητά μεγαλύτερη ορατότητα μετά το profit warning του Ιανουαρίου.

********

Ισχυρά μηνύματα προς την πολιτική ηγεσία, τις Βρυξέλλες αλλά και την αγορά ενέργειας έστειλε ο επικεφαλής της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών και του Delphi Economic Forum, προειδοποιώντας ότι η πολιτική αστάθεια αποτελεί «πολύ μεγάλη πολυτέλεια» για την Ελλάδα σε μια περίοδο γεωπολιτικών και αμυντικών αναταράξεων.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας απαιτούνται συναινέσεις και συνεργασίες, εκφράζοντας ωστόσο έντονο προβληματισμό για την απουσία διάθεσης συνεννόησης, κάτι που –όπως είπε– αυξάνει τον κίνδυνο «μη κυβερνησιμότητας».

Στο μέτωπο της ενέργειας, ο κ. Μυτιληναίος άσκησε σκληρή κριτική στην ευρωπαϊκή πολιτική, σημειώνοντας ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος «τρώει τα σωθικά της οικονομίας», ενώ κατήγγειλε ότι οι επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν ουσιαστική στήριξη απέναντι στις επιπτώσεις των πολιτικών αποφάσεων της ΕΕ.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις ΑΠΕ, προειδοποιώντας ότι η υπερπροσφορά φωτοβολταϊκής παραγωγής και οι μηδενικές τιμές ρεύματος ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα γενιά «κόκκινων» δανείων, καθώς αρκετές επενδύσεις δεν θα μπορούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Παράλληλα, ανέδειξε τη στρατηγική σημασία των σπανίων γαιών και της επένδυσης της Metlen στο γάλλιο στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας, ύψους 300 εκατ. ευρώ, αποκαλύπτοντας ότι η παραγωγή έχει ήδη ξεκινήσει δοκιμαστικά και ότι οι πρώτες εμπορικές συμφωνίες αναμένονται σύντομα, με κόστος –όπως είπε– χαμηλότερο ακόμη και από το κινεζικό.

********

Σε τροχιά αύξησης κινούνται τα δημόσια χρέη στα δύο τρίτα των χωρών της Ευρωζώνης μέσα στο 2025, με τον μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 87,9% του ΑΕΠ, σύμφωνα με νέα ανάλυση της UBS. Ωστόσο, η Ελλάδα αποτελεί τη μεγάλη εξαίρεση, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη μείωση χρέους μεταξύ των κρατών-μελών.

Ειδικότερα, το ελληνικό δημόσιο χρέος υποχώρησε κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες το 2025, φτάνοντας στο 146% του ΑΕΠ, επίδοση που τοποθετεί τη χώρα στην κορυφή της δημοσιονομικής αποκλιμάκωσης στην Ευρωζώνη. Ακολουθούν η Κύπρος με μείωση 7,7 μονάδων, η Ιρλανδία με πτώση 5,4 μονάδων και η Πορτογαλία με μείωση 3,8 μονάδων.

Στον αντίποδα, η UBS επισημαίνει ότι η Γαλλία, το Βέλγιο και η Φινλανδία εμφάνισαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις χρέους, ενώ ακόμη και η Γερμανία είδε το χρέος της να αυξάνεται παρά το συγκρατημένο δημοσιονομικό προφίλ της.

Οι αναλυτές του ελβετικού οίκου εκτιμούν ότι η αποκλιμάκωση των χρεών στην Ευρώπη θα γίνει πλέον δυσκολότερη, καθώς εξασθενεί η θετική επίδραση του υψηλού πληθωρισμού που βοήθησε σημαντικά τη μείωση των δεικτών χρέους την περίοδο 2022-2023.

Παράλληλα, η έκθεση υπολογίζει ότι το συνολικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα ανέρχεται στα 713 δισ. ευρώ ή 288% του ΑΕΠ, επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο στεγαστικών δανείων των ελληνικών νοικοκυριών, στο 11,1% του ΑΕΠ, έναντι 34,2% στην Ευρωζώνη.