H HSBC βλέπει νέο ανοδικό κύκλο στις τράπεζες, επιθετικό πλάνο ανάπτυξης από την Alpha Bank, και «παγώνει» το κύμα συγχωνεύσεων στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια

Η προοπτική νέας ανόδου των επιτοκίων στην Ευρωζώνη επαναφέρει δυναμικά τις ελληνικές τράπεζες στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος, σύμφωνα με νέα ανάλυση της HSBC, η οποία διατηρεί σύσταση «buy» για το σύνολο των συστημικών τραπεζών και βλέπει σημαντικά περιθώρια ανόδου για τις μετοχές του κλάδου.

Ο διεθνής οίκος εκτιμά πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, εξέλιξη που θεωρείται ιδιαίτερα θετική για τις ελληνικές τράπεζες λόγω της υψηλής ευαισθησίας των ισολογισμών τους στα επιτόκια και της εξάρτησης από χαμηλού κόστους καταθέσεις.

Η HSBC αυξάνει κατά μέσο όρο τις προβλέψεις για τα κέρδη ανά μετοχή κατά 3% για το 2026 και κατά 5% για το 2027, ενώ οι εκτιμήσεις για τα καθαρά έσοδα από τόκους ενισχύονται κατά 2% και 4% αντίστοιχα. Οι μεγαλύτερες αναβαθμίσεις αφορούν την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς, τις οποίες ο οίκος ξεχωρίζει ως κορυφαίες επιλογές στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.

Για την Πειραιώς, η τιμή-στόχος αυξάνεται στα 12,10 ευρώ από 11,70 ευρώ, με περιθώριο ανόδου περίπου 48%, ενώ η HSBC προβλέπει RoTE 15,4% το 2026 και μερισματική απόδοση έως 7,1%. Για την Εθνική Τράπεζα, η τιμή-στόχος διατηρείται στα 18,45 ευρώ, με εκτιμώμενη μερισματική απόδοση 7,4%.

Θετική παραμένει η εικόνα και για τη Eurobank, με νέα τιμή-στόχο στα 4,80 ευρώ και εκτιμώμενο RoTE 17,2%, καθώς και για την Alpha Bank, όπου η τιμή-στόχος διατηρείται στα 4,85 ευρώ.

Η HSBC υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με έκπτωση περίπου 15% σε όρους P/E, παρά τη σημαντική βελτίωση στην κερδοφορία, τα κεφάλαια και τις προοπτικές διανομής μερισμάτων, διατηρώντας ελκυστικό επενδυτικό προφίλ.

*******

Με ισχυρή λειτουργική επίδοση και σαφές μήνυμα στρατηγικής μετάβασης ξεκίνησε το 2026 για την Alpha Bank, με τη διοίκηση να παρουσιάζει στους αναλυτές ένα νέο, πιο φιλόδοξο μοντέλο ανάπτυξης που μετασχηματίζει την τράπεζα από έναν παραδοσιακό οργανισμό δανεισμού σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα τραπεζικών, επενδυτικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών.

Η Alpha Bank κατέγραψε αύξηση βασικών εσόδων κατά 11,5%, με τα έσοδα από προμήθειες να ενισχύονται κατά 29% και τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά 5,3% σε ετήσια βάση. Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 221 εκατ. ευρώ, ενώ ο δείκτης RoTBV ανήλθε στο 12,6% με EPS στα 0,08 ευρώ. Η τράπεζα πέτυχε καθαρή πιστωτική επέκταση 0,5 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, ενώ τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά 11%, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική ανάπτυξης του χαρτοφυλακίου της. Παράλληλα, τα υπό διαχείριση κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 18,6%, ενώ οι καταθέσεις ενισχύθηκαν παρά τις εποχικές εκροές.

Ο CEO Βασίλης Ψάλτης χαρακτήρισε το 2026 «μεταβατικό έτος», δίνοντας έμφαση στη δημιουργία ενός πιο «κεφαλαιακά ελαφρού» μοντέλου, με μεγαλύτερη συμβολή από wealth management, private banking, investment banking και ασφαλιστικά προϊόντα. Κομβικό ρόλο στο νέο αφήγημα έχουν οι κινήσεις σε Plexfin, Astrobank, Axia Ventures και Alpha Trust, καθώς και η στρατηγική συνεργασία με τη UniCredit, που ενισχύει την πρόσβαση της τράπεζας σε διεθνείς χρηματοδοτήσεις και σύνθετα επενδυτικά προϊόντα.

Η διοίκηση επιβεβαίωσε τον στόχο για κέρδη 950 εκατ. ευρώ και EPS 0,40 ευρώ το 2026, διατηρώντας payout ratio 55%, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών έκτακτων διανομών προς τους μετόχους, εφόσον το επιτρέψουν οι κεφαλαιακές συνθήκες και η πορεία της οικονομίας.

*******

Περιορισμένες εμφανίζονται προς το παρόν οι πιθανότητες για ένα νέο μεγάλο κύμα ενοποίησης στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, σύμφωνα με τον CEO της Euronext, Stephane Boujnah, ο οποίος εκτίμησε ότι η διάθεση των περισσότερων τοπικών αγορών να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις παραμένει χαμηλή.

Οι δηλώσεις έγιναν μετά τα ισχυρά αποτελέσματα πρώτου τριμήνου της Euronext, τα οποία ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις της αγοράς χάρη στην αυξημένη μεταβλητότητα και την ενίσχυση της συναλλακτικής δραστηριότητας.

«Η αίσθησή μου είναι ότι η διάθεση των περισσότερων τοπικών χρηματιστηρίων να ακολουθήσουν το μονοπάτι της ενοποίησης είναι προς το παρόν περιορισμένη», σημείωσε ο Boujnah, ο οποίος από το 2018 έχει «τρέξει» τέσσερις μεγάλες εξαγορές χρηματιστηρίων για λογαριασμό της Euronext.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο όμιλος παραμένει ανοικτός σε νέες συμφωνίες, εφόσον υπάρξει ενδιαφέρον από μετόχους ή κυβερνήσεις που ελέγχουν τα αντίστοιχα χρηματιστήρια. Ειδική αναφορά έγινε στα σενάρια για τα χρηματιστήρια της Βιέννης και της Βαρσοβίας, με τον Boujnah να αποφεύγει να δώσει σαφές σήμα για πιθανές εξελίξεις.

Η Euronext έχει εξελιχθεί στον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, δημιουργώντας ένα πολυεθνικό χρηματιστηριακό οικοσύστημα μέσω διαδοχικών εξαγορών. Τελευταία μεγάλη συναλλαγή αποτέλεσε η εξαγορά του Χρηματιστήριο Αθηνών έναντι 413 εκατ. ευρώ, ενώ είχαν προηγηθεί οι αγορές των χρηματιστηρίων Ιρλανδίας, Νορβηγίας και Ιταλίας.

Ο Boujnah υπογράμμισε επίσης ότι η Euronext επιδιώκει σταδιακά να μειώσει την εξάρτησή της από τη διαπραγμάτευση μετοχών, η οποία πλέον αντιστοιχεί μόλις στο 17% των συνολικών εσόδων του ομίλου, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στη διαφοροποίηση των πηγών κερδοφορίας.