
Οι τιμές των μετοχών κινήθηκαν υψηλότερα στη Wall Street λαμβάνοντας το μήνυμα της επικεφαλής της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσυ Πελόζι, ότι είναι πολύ κοντά σε μία συμφωνία για το νέο πακέτο οικονομικής βοήθειας.
Έτσι ο Dow Jones έκλεισε υψηλότερα 152,84 μονάδες ή 0,5% στις 28.363,66 μονάδες ενώ στη διάρκεια της ημέρας υποχωρούσε έως και 170 μονάδες.
Ο S&P 500 ενισχύθηκε 0,52% στις 3.453,49 μονάδες και ο Nasdaq σημείωσε άνοδο 0,19% στις 11.506,01 μονάδες.
Ο κλάδος που οδήγησε τους δείκτες υψηλότερα ήταν των τραπεζών λόγω του ότι η απόδοση του 10ετούς ομολόγου προσέγγισε σε υψηλό επίπεδα τεσσάρων μηνών, πυ σημαίνει ότι η οικονομία αναθερμαίνεται. Οι JP Morgan Chase και Morgan Stanley σημείωσαν άνοδο 3,5% και 2,8%, αντίστοιχα. Η Citigroup κέρδισε 2,2%.
Τα στοιχεία από την αγορά εργασίας ήταν θετικά, αλλά έδειξαν ότι η αγορά χρειάζεται νέα ώθηση για να αποκατασταθεί η απασχόληση. Οι αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας μειώθηκαν σε 787.000 για την εβδομάδα που έληξε στις 17 Οκτωβρίου. Ήταν η δεύτερη φορά από τον Μάρτιο που οι αιτήσεις διαμορφώθηκαν κάτω από τις 800.000. Οι οικονομολόγοι που ρωτήθηκαν από τον Dow Jones ανέμεναν 875.000 αιτήσεις.
Οι εταιρείες συνέχισαν να ανακοινώνουν αποτελέσματα τριμήνου. Η Tesla του Elon Musk παρουσίασε κέρδη για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο, δημοσιεύοντας κέρδη ανά μετοχή 76 σεντ έναντι εκτίμησης για 57 σεντ. Η εταιρεία είχε ήδη αναφέρει ότι παρέδωσε 139.300 οχήματα κατά τη διάρκεια του τριμήνου, που αποτελεί νέο ρεκόρ για την Tesla. Ο Elon Musk σημείωσε ότι η Tesla σκοπεύει να ξεκινήσει την παράδοση αυτοκινήτων από τα νέα εργοστάσια στο Βραδεμβούργο, τη Γερμανία και το Ώστιν στο Τέξας το 2021, αλλά η παραγωγή θα μπορούσε να είναι αργή στην αρχή. Η μετοχή αυξήθηκε 0,8%.
Η μετοχή της Coca-Cola σημείωσε άνοδο 1,36% καθώς η εταιρεία πέτυχε κέρδη πάνω από τις προβλέψεις.
Η Wall Street δεν φαίνεται προς το παρόν να επηρεάζεται από την προεκλογική εκστρατεία, ούτε ανέμενε με αγωνία το χθεσινοδραδινό ντιμπέιτ μεταξύ του Ντίοναλντ Τραμπ και του Τζο Μπάιντεν. Οι επενδυτές πάντως, εκφράζουν μία μικρή ανησυχία για αύξηση φόρων και ρυθμιστικών διατάξεων από το Τζο Μπάιντεν.
































