Κομισιόν: Η νέα δέσμη μέτρων για τις τράπεζες – Βασιλεία ΙΙΙ, πράσινη μετάβαση και εποπτεία

Την επανεξέταση των τραπεζικών κανόνων της ΕΕ, και ειδικότερα τον κανονισμό και την οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ενέκρινε σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Όπως τονίζεται στη σχετική ανακοίνωση οι νέοι αυτοί κανόνες θα διασφαλίσουν ότι οι τράπεζες της ΕΕ θα καταστούν πιο ανθεκτικές σε ενδεχόμενους μελλοντικούς οικονομικούς κλυδωνισμούς, συμβάλλοντας παράλληλα στην ανάκαμψη της Ευρώπης από την πανδημία COVID-19 και στη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα.

Η σημερινή δέσμη μέτρων οριστικοποιεί την εφαρμογή της συμφωνίας «Βασιλεία ΙΙΙ» στην ΕΕ.

Η συμφωνία αυτή συνήφθη από την ΕΕ και τους εταίρους της στην G20 στο πλαίσιο της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία, με σκοπό να καταστούν οι τράπεζες πιο ανθεκτικές σε ενδεχόμενους οικονομικούς κλυδωνισμούς. Οι σημερινές προτάσεις σηματοδοτούν το τελευταίο στάδιο αυτής της μεταρρύθμισης των τραπεζικών κανόνων.

Η επανεξέταση αποτελείται από τις ακόλουθες νομοθετικές πράξεις:

  • νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (οδηγία 2013/36/ΕΕ)·
  • νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (κανονισμός 2013/575/ΕΕ)·
  • ξεχωριστή νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις στον τομέα της εξυγίανσης (η λεγόμενη πρόταση για τις «αλυσιδωτές δομές»).

Η δέσμη αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη:

Εφαρμογή της συμφωνίας «Βασιλεία ΙΙΙ» — ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε οικονομικούς κλυδωνισμούς

Η σημερινή δέσμη μέτρων εφαρμόζει πιστά τη διεθνή συμφωνία «Βασιλεία ΙΙΙ», λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαιτερότητες του τραπεζικού τομέα της ΕΕ, για παράδειγμα όσον αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλού κινδύνου. Συγκεκριμένα, η σημερινή πρόταση έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι τα «εσωτερικά υποδείγματα» που χρησιμοποιούν οι τράπεζες για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων δεν υποτιμούν τους κινδύνους, εξασφαλίζοντας έτσι ότι το κεφάλαιο που απαιτείται για την κάλυψη αυτών των κινδύνων είναι επαρκές. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα διευκολυνθεί και η σύγκριση των δεικτών κεφαλαίου βάσει κινδύνου μεταξύ τραπεζών και θα αποκατασταθει η εμπιστοσύνη στους δείκτες αυτούς και στην ευρωστία του τομέα συνολικά.

Η πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας, χωρίς να οδηγεί σε σημαντική αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Περιορίζει τον συνολικό αντίκτυπο στις κεφαλαιακές απαιτήσεις στον αναγκαίο βαθμό, διατηρώντας έτσι την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα της ΕΕ. Η δέσμη μέτρων μειώνει επίσης περαιτέρω το κόστος συμμόρφωσης, ιδίως για τις μικρότερες τράπεζες, χωρίς να αποδυναμώνει τα πρότυπα προληπτικής εποπτείας.

Βιωσιμότητα – συμβολή στην πράσινη μετάβαση

Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα σε περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) κινδύνους αποτελεί βασικό τομέα της στρατηγικής της Επιτροπής για τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Είναι απαραίτητο να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο οι τράπεζες μετρούν και διαχειρίζονται αυτούς τους κινδύνους, καθώς και να διασφαλιστεί ότι οι αγορές μπορούν να παρακολουθούν τις ενέργειες των τραπεζών. Η προληπτική ρύθμιση μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο σε αυτό το πλαίσιο.

Η σημερινή πρόταση υποχρεώνει τις τράπεζες να εντοπίζουν, να γνωστοποιούν και να διαχειρίζονται συστηματικά τους κινδύνους ΠΚΔ στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνων τους. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει την τακτική διεξαγωγή ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων κλιματικών καταστάσεων τόσο από τις εποπτικές αρχές όσο και από τις τράπεζες. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τους κινδύνους ΠΚΔ στο πλαίσιο των τακτικών εποπτικών ελέγχων. Όλες οι τράπεζες θα πρέπει επίσης να γνωστοποιούν τον βαθμό στον οποίο εκτίθενται σε κινδύνους ΠΚΔ. Για να αποφευχθεί ο περιττός διοικητικός φόρτος για τις μικρότερες τράπεζες, οι κανόνες γνωστοποίησης θα είναι αναλογικοί.

Τα προτεινόμενα μέτρα δεν θα καταστήσουν απλώς τον τραπεζικό τομέα πιο ανθεκτικό, αλλά θα διασφαλίσουν ότι οι τράπεζες λαμβάνουν υπόψη τα ζητήματα βιωσιμότητας.

Ισχυρότερη εποπτεία – εξασφάλιση χρηστής διαχείρισης των τραπεζών της ΕΕ και καλύτερη προστασία της χρηματοοικονομικής σταθερότητας

Η σημερινή δέσμη μέτρων παρέχει ισχυρότερα εργαλεία στις εποπτικές αρχές που εποπτεύουν τις τράπεζες της ΕΕ. Θεσπίζει μια σαφή, αξιόπιστη και ισορροπημένη δέσμη κανόνων για τις «ικανότητες και το ήθος», στο πλαίσιο των οποίων οι εποπτικές αρχές αξιολογούν κατά πόσο τα ανώτερα στελέχη διαθέτουν τις απαιτούμενες δεξιότητες και γνώσεις για τη διαχείριση μιας τράπεζας.

Επιπλέον, μετά το σκάνδαλο Wirecard, οι εποπτικές αρχές θα διαθέτουν πλέον καλύτερα εργαλεία για την εποπτεία των ομίλων χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (fintech), συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών των τραπεζών. Αυτή η ενισχυμένη εργαλειοθήκη θα διασφαλίσει την ορθή και συνετή διαχείριση των τραπεζών της ΕΕ.

Η σημερινή επανεξέταση καλύπτει επίσης —με αναλογικό τρόπο— το ζήτημα της εγκατάστασης στην ΕΕ υποκαταστημάτων τραπεζών τρίτων χωρών. Σήμερα, τα υποκαταστήματα αυτά υπόκεινται κυρίως στην εθνική νομοθεσία, η οποία έχει εναρμονιστεί σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Η δέσμη μέτρων εναρμονίζει τους κανόνες της ΕΕ στον τομέα αυτόν, κάτι που θα επιτρέψει στις εποπτικές αρχές να διαχειρίζονται καλύτερα τους κινδύνους που σχετίζονται με τις εν λόγω οντότητες, οι οποίες έχουν αυξήσει σημαντικά τη δραστηριότητά τους στην ΕΕ τα τελευταία χρόνια.

Σχολιάζοντας, ο Βάλντις Ντομπρόβσκις, εκτελεστικός αντιπρόεδρος για μια Οικονομία στην Υπηρεσία των Ανθρώπων, υπογράμμισε ότι: «Η Ευρώπη χρειάζεται έναν ισχυρό τραπεζικό τομέα για να συνεχίσει να δανείζει στην οικονομία στη διάρκεια της ανάκαμψης από την πανδημία COVID-19. Οι σημερινές προτάσεις διασφαλίζουν την εφαρμογή των βασικών στοιχείων των διεθνών προτύπων της Βασιλείας ΙΙΙ. Αυτό είναι σημαντικό για τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα των τραπεζών μας. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες του τραπεζικού τομέα της ΕΕ και αποφεύγουμε να αυξήσουμε σημαντικά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Η σημερινή δέσμη μέτρων θα ενισχύσει τις τράπεζες της ΕΕ και την ικανότητά τους να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη και την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.»

Η κ. Μαρέιντ Μαγκίνες, επίτροπος αρμόδια για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ένωση κεφαλαιαγορών, δήλωσε τα εξής: «Οι τράπεζες διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην ανάκαμψη και είναι προς το συμφέρον όλων μας οι τράπεζες της ΕΕ να παραμείνουν ανθεκτικές στο μέλλον. Η σημερινή δέσμη μέτρων διασφαλίζει ότι ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ είναι κατάλληλος για το μέλλον και ότι μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί αξιόπιστη και βιώσιμη πηγή χρηματοδότησης για την οικονομία της ΕΕ. Με την ενσωμάτωση των αξιολογήσεων κινδύνων ΠΚΔ, οι τράπεζες θα είναι καλύτερα προετοιμασμένες και προστατευμένες για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων, όπως οι κλιματικοί κίνδυνοι.»

Ο επίτροπος Δικαιοσύνης, κ. Ντιντιέ Ρεντέρς, δήλωσε τα εξής: «Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις στις τράπεζες μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις δραστηριότητες ενός πιστωτικού ιδρύματος. Διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην καθοδήγηση των επιχειρήσεων και στη διαχείριση των δραστηριοτήτων των τραπεζών με προσεκτικό και ορθό τρόπο. Ήταν απαραίτητο να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών των διοικητικών συμβουλίων και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τα καθήκοντά τους. Οι κανόνες που εγκρίθηκαν σήμερα θα αποσαφηνίσουν τις υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και των αρμόδιων αρχών. Στη συνέχεια, θα διασφαλίσουν τη συνοχή σε επίπεδο ΕΕ και θα συμβάλουν τελικά στην ενίσχυση της ευρωστίας των τραπεζών.»

Επόμενα στάδια

Η νομοθετική δέσμη θα συζητηθεί τώρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Στον απόηχο της χρηματοοικονομικής κρίσης, ρυθμιστικές αρχές από 28 δικαιοδοσίες ανά τον κόσμο, στο πλαίσιο της Επιτροπής της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS), κατέληξαν σε συμφωνία για ένα νέο διεθνές πρότυπο για την ενίσχυση των τραπεζών, γνωστό ως «Βασιλεία ΙΙΙ». Η συμφωνία αυτή οριστικοποιήθηκε το 2017. Η ΕΕ εφαρμόζει ήδη τη συντριπτική πλειονότητα των κανόνων αυτών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε πολύ πιο ισχυρή κεφαλαιοποίηση του τραπεζικού τομέα της ΕΕ.

Ως εκ τούτου, οι τράπεζες της ΕΕ παρέμειναν ανθεκτικές κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι συνέχισαν να χορηγούν δάνεια. Οι σημερινές μεταρρυθμίσεις ολοκληρώνουν το θεματολόγιο μετά τη χρηματοοικονομική κρίση με σκοπό την ουσιαστική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της βιωσιμότητας του τραπεζικού τομέα της ΕΕ.