
Τις εξελίξεις στην οικονομία που προκαλεί η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων στις ΗΠΑ διατυπώνει σε άρθρο του ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και καθηγητής οικονομικής ανάλυση στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Θεόδωρος Πελαγίδης. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής (28/3/2021) και αναφέρει τα εξής:
Συνεχίζουν οι αγορές να αμφισβητούν τη στάση υπομονής της Fed απέναντι στις αυξανόμενες αποδόσεις των κυβερνητικών ομολόγων και συνακόλουθα των υψηλών πληθωριστικών προσδοκιών.
Στην ακρόαση μπροστά στο Κογκρέσο την περασμένη Πέμπτη ο διοικητής Πάουελ επέμεινε ότι η όποια αναζωπύρωση του πληθωρισμού για το 2021 (2,4%) θα είναι προσωρινή μεταβατική, και κυρίως αγκυροβολημένη (anchored) στο στόχο του μέσου όρου χρονικά npos το 2%. Στην πραγματικότητα με την ψήφιση του πακέτου δημοσιονομικής ενίσχυσης του προέδρου Μπάιντεν θα λάβει χώρα η νομισματική χρηματοδότηση του χρέous του αιώνα. Αν και αγοράς όλων των πολιτικών καταβολών πανηγυρίζουν εντούτοις οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται είναι μεγάλοι. Ηδη οι πρώτες παρενέργειες διαπιστώνονται σε αναδυόμενες ayopés όπου με την εξαίρεση ολίγων χωρών με αποθέματα συναλλαγματικών διαθεσίμων και ρευστού ή καλή σχετικά δημοσιονομική θέση όπως η Ινδονησία ή η Ρωσία, η φυγή κεφαλαίων προκαλεί ακόμη και απολύσεις κεντρικών τραπεζιτών όπως στην Τουρκία. Ένα ακόμη ζήτημα που δεν πρέπει να διαφύγει την προσοχή είναι το εάν αμφισβητείται στην πράξη η ανεξαρτησία της Fed όταν η κυβέρνηση εκδίδει ένα πλήθος ομολογιών χρέους και η κεντρική τράπεζα αγοράζει αφειδώς επιβαρύνοντας τον ισολογισμό της από 3,8 τρισ δολ. το γ΄ τρίμηνο του 2019 σε 7,7 τρις. δολ. το α’ τρίμηνο 2021.
Προφανώς αυτό δεν γίνεται τυχαία καθώς σε μια ήδη κορεσμένη αγορά ομολόγων μηδενικών και αρνητικών αποδόσεων όλο και λιγότεροι επιθυμούν να συνεχίζουν να αγοράζουν τέτοια προϊόντα σταθερού εισοδήματος και ας ισχύει από την άλλη το «cash is trash».
Η τεράστια αυτή αγορά των ομολόγων καθώς (θα) υποδέχεται το πακέτο Μπάιντεν αναμένεται να οδηγεί συνεχώς και βαθμιαίως σε όλο και περισσότερους πωλητές από ό,τι αγοραστές εξ ου και η μεγάλη άνοδος των αποδόσεων του 10ετούς από το 0,9% στο σχεδόν 1,7%. Η κίνηση αυτή που έχει να παρατηρηθεί πολλές δεκαετίες συμπυκνώνει όλους τους κινδύνους που αφορούν τον πληθωρισμό, το ύψος του χρέους, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη μεγέθυνση και την απασχόληση, τα επιτόκια. Καθώς η άνευ η άνευ προηγουμένου αυτή δημοσιονομική επέκταση θα φτάνει στην αμερικανική αλλά και στην παγκόσμια αγορά, η Fed είτε θα αναγκαστεί να υψώσει τα επιτόκια κατακρημνίζοντας τις κεφαλαιαγορές και στη συνέχεια την πραγματική οικονομία ή θα αποδεχθεί κάποιον πληθωρισμό είτε αυτός παρουσιαστεί ως νομισματικό φαινόμενο είτε ως στασιμοπληθωρισμός.
Υπάρχει βέβαια πάντα η εκδοχή το φαινόμενο του υψηλού πληθωρισμού να μην εμφανιστεί με συγκεκριμένες αιτίες. Μία η πιο ευνοϊκή είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Η δεύτερη είναι αυτή η άνευ προηγουμένου ενίσχυση των εισοδημάτων να μην καταλήξει όλη ή η περισσότερη σε δαπάνη γεγονός που μπορεί να καταδείξει μια μεγαλύτερη από ό,τι φανταζόμασταν δομική στασιμότητα με τεράστιες λίμνες στάσιμων αποταμιεύσεων. Τέλος υπάρχει κι ένα ζήτημα με τον ακριβή υπολογισμό του πληθωρισμού. Η πανδημία έχει αλλάξει τις συνήθειες και την κατανομή των δαπανών των νοικοκυριών με αποτέλεσμα να μην ξέρουμε ακριβώς τι να μετρήσουμε και σε τι αναλογία στο συνολικό καλάθι. Αλλά και οι δυνατότητες μέτρησης των αυξήσεων των τιμών εν μέσω πανδημίας είναι περιορισμένες. Οι μετρήσεις θα μπορούσαν να είναι εφικτές μόνο πλέον μέσω των αγορών των πιστωτικών καρτών υπό κάποιες προϋποθέσεις.






























