Ξανά στο προσκήνιο ο φόρος επί χρηματιστηριακών συναλλαγών

Nομοσχέδιο για τον φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών υπέβαλε στους ευρωπαίους ομολόγους του ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών και αντικαγκελάριος Όλαφ Σολτς και ζήτησε την τελική τους έγκριση. Το νομοσχέδιο κατετέθηκε κατόπιν αιτήματος των ευρωπαίων εταίρων που ζητούσαν αρχικά η Γερμανία να καταθέσει διάταξη για την φορολόγηση της αγοραπωλησίας μετοχών. Τα έσοδα προορίζονται (στην Γερμανία) για τη χρηματοδότηση της βασικής σύνταξης για την οποία συμφώνησαν πρόσφατα να καθιερωθεί οι συγκυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες.
“Έχουμε φτάσει, για πρώτη φορά από το 2011, στο σημείο να μπορούμε να καταλήξουμε σε συμφωνία”, γράφει στους συναδέλφους του της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο κ. Σολτς, σύμφωνα με δημοσίευμα με τη Sueddeutsche Zeitung, κατά την οποία οι δέκα χώρες, εκτός από τη Γερμανία, στις οποίες πρόκειται αρχικά να εισαχθεί ο φόρος είναι το Βέλγιο, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Πορτογαλία, η Σλοβενία και η Σλοβακία. Ο φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και χρόνια.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι αγοραστές μετοχών μεγάλων εταιρειών θα πρέπει στο μέλλον να πληρώσουν φόρο 0,2% επί της υπεραξίας των μετοχών. Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνο για μετοχές εταιρειών αξίας μεγαλύτερης του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Στη Γερμανία υπάρχουν 145 εταιρείες, στις δέκα χώρες συνολικά 500 τέτοιες επιχειρήσεις.

Στo ελληνικό χρηματιστήριο (Χρηματιστήριο Αθηνών), οι εταιρείες με χρηματιστηριακή αξία πάνω από 1 δισ. ευρώ είναι 13: Alpha Bank, Coca Cola HBC, Εurobank, Jumbo, Τιτάν, Εθνική Τράπεζα, Ελληνικά Πετρέλαια, Motoroil, Μυτιληναίος, ΟΠΑΠ, ΟΤΕ, Τράπεζα Πειραιώς και η Lamda Development όταν ολοκληρώσει την αύξηση κεφαλαίου που πραγματοποιεί και είναι ύψους 650 εκατ. ευρώ.