
Διατηρεί τη θετική της στάση για το Χρηματιστήριο Αθηνών η Alpha Finance στην τελευταία της έκθεση στρατηγικής για την αγορά, εκτιμώντας ότι το 2025 ήταν μία από τις καλύτερες χρονιές της ελληνικής αγοράς.
Όπως επισημαίνει η χρηματιστηριακή, παρά την πρόσφατη διόρθωση, ο Γενικός Δείκτης καταγράφει άνοδο περίπου 35% από την αρχή του έτους, ενώ ο τραπεζικός κλάδος ενισχύεται κατά 77%, καθιστώντας την ελληνική αγορά μία από τις κορυφαίες διεθνώς για το 2025.
Η χρηματιστηριακή διατηρεί θετική στάση για την ελληνική αγορά, αναμένοντας περαιτέρω re-rating τα επόμενα τρίμηνα κοιτώντας προς το 2026, με τους ξένους επενδυτές να αυξάνουν τη συμμετοχή τους και τις αποτιμήσεις να παραμένουν ελκυστικές. Για το βραχυπρόθεσμο διάστημα, προβλέπει αυξημένη μεταβλητότητα χωρίς σαφή τάση μέχρι το τέλος του έτους, εκτιμώντας ότι τυχόν διορθώσεις αποτελούν ευκαιρίες τοποθέτησης. Οι βασικοί κίνδυνοι παραμένουν κυρίως εξωτερικοί, σχετιζόμενοι με γεωπολιτικές εξελίξεις και τη διεθνή συγκυρία.
******
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση χρέους τον τελευταίο χρόνο, και μάλιστα σε μία περίοδο όπου τα χρέη αυξήθηκαν σε 16 χώρες-μέλη.
Tο χρέος της Ελλάδας κατά το β’ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε σε 368,61 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 151,2% του ΑΕΠ. Το χρέος ήταν μειωμένο κατά 8,9% σε σχέση με το β’ τρίμηνο του 2024 και κατά 1,1% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025, την ίδια στιγμή, που 16 κράτη-μέλη είδαν το χρέος τους να αυξάνεται.
Ειδικότερα, κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους, το χρέος γενικής κυβέρνησης στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 88,2%, έναντι 87,7% που ήταν στα τέλη του πρώτου τριμήνου του 2025. Στην Ε.Ε., το χρέος αυξήθηκε από το 81,5% στο 81,9%.
Σε σύγκριση με το δεύτερο τρίμηνο του 2024, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε τόσο στην Ευρωζώνη (από το 87,7% στο 88,2%) όσο και στην Ε.Ε. (από το 81,2% στο 81,9%).
Η Ελλάδα παραμένει η χώρα με το υψηλότερο χρέος στην Ε.Ε. (στο 151,2%), όμως η Ιταλία ακολουθεί από κοντά, με χρέος στο 138,3%. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, πρόκειται να περάσει την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια και να γίνει η πιο χρεωμένη χώρα της Ευρώπης. Υψηλό χρέος εμφανίζουν επίσης η Γαλλία (115,8%), το Βέλγιο (106,2%) και η Ισπανία (103,4%). Αντίθετα, τους χαμηλότερους δείκτες χρέους ως προς το ΑΕΠ κατέγραψαν το δεύτερο τρίμηνο η Εσθονία (23,2%), το Λουξεμβούργο (25,1%), η Βουλγαρία (26,3%) και η Δανία (29,7%).
******
Η Ελλάδα, με τα νησιά της να αποτελούν τη «ναυαρχίδα» του τουρισμού, βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση της διατήρησης της ελκυστικότητάς της μέσα από εκσυγχρονισμένες και βιώσιμες υποδομές. Σύμφωνα με μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, οι επενδυτικές ανάγκες στα ελληνικά νησιά υπολογίζονται σε 35 δισ. ευρώ έως το 2035, με έμφαση σε τομείς όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, η ύδρευση και η διαχείριση αποβλήτων.
Τα ελληνικά νησιά υποδέχονται σχεδόν τους μισούς από τους ξένους επισκέπτες της χώρας και έχουν διπλασιάσει τις αφίξεις τους την τελευταία δεκαπενταετία, φτάνοντας τα 16 εκατ. το 2024. Παρότι κατέχουν το 11% του παγκόσμιου νησιωτικού τουρισμού, οι υποδομές τους δοκιμάζονται έντονα: κατά την τουριστική αιχμή, η πυκνότητα φτάνει τους 33 επισκέπτες ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ημερησίως, έναντι 2–3 σε άλλες περιοχές της Μεσογείου. Παρά τα αυξανόμενα μεγέθη, οι επενδύσεις ανά κάτοικο παραμένουν σε επίπεδα ανάλογα με την ενδοχώρα, ενώ τα νησιά επιβαρύνονται με υψηλότερα κόστη μεταφοράς και λειτουργίας.
Για να ανταποκριθούν οι νησιωτικές οικονομίες στις αυξημένες ανάγκες, απαιτείται επενδυτική δαπάνη περίπου 3,5 δισ. ευρώ ετησίως. Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι η βιώσιμη αναβάθμιση των υποδομών θα επιτρέψει την αύξηση της τουριστικής δαπάνης ανά επισκέπτη έως 15% μέχρι το 2035 και τη μείωση της υπερσυγκέντρωσης αφίξεων στους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.





























