
Αισιόδοξοι για την πορεία της ελληνικής οικονομίας εμφανίστηκαν ο ΥΠΟΙΚ Κωστής Χατζηδάκης και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας κατά τη συνάντησή που είχαν χθες.
Οι δύο άντρες συμφώνησαν πως είναι τεράστιας σημασίας η άσκηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, υπέρμαχος της οποίας είναι ο Κ. Χατζηδάκης, ο οποίος στο παρελθόν έχει αναφέρει πολλές φορές ότι στην αντίθετη περίπτωση θα κάνουμε τους πολιτικούς Αγιους Βασίληδες για 2-3 μήνες και έτσι δεν πάμε πουθενά.
Στο χέρι μας είναι, εφαρμόζοντας τη σωστή οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, μακριά από δημαγωγικούς πειρασμούς, να στείλουμε το μήνυμα ότι είμαστε στο δρόμο της Ευρώπης και της κοινής λογικής, επεσήμανε ο Κωστής Χατζηδάκης. Υπάρχει συναντίληψη με τον υπουργό οικονομικών, επεσήμανε ο Γιάννης Στουρνάρας εκτιμώντας ότι ανοίγεται ένας καθαρός ορίζοντας για την Ελλάδα.
Κωστής Χατζηδάκης και Γιάννης Στουρνάρας, γνώριμοι από παλιά θυμήθηκαν στις δηλώσεις τους την εξαιρετική συνεργασία που είχαν όταν ο σημερινός διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν υπουργός Οικονομικών, την περίοδο 2012 – 2014 και ο σημερινός υπουργός Οικονομικών ήταν υπουργός Ανάπτυξης, επισημαίνοντας πως η Ελλάδα και η οικονομία είναι σήμερα εντελώς διαφορετική.
Άλλωστε έχουν περάσει οκτώ χρόνια από το 2015, όταν το απόγευμα της 28ης Ιουνίου, ο τότε υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης ανακοίνωσε το κλείσιμο των τραπεζών και τον έλεγχο των κεφαλαίων κίνησης στο συμβούλιο συστημικής ευστάθειας.
Οκτώ χρόνια μετά τα capital controls, η Ελλάδα, μέσα από πολλές θυσίες βρίσκεται ξανά στο κατώφλι της επενδυτικής βαθμίδας και οι προοπτικές για τη χώρα είναι πλέον αισιόδοξες.
Σύμφωνα με τον ΥΠΟΙΚ οι επαφές μεταξύ των δυο πλευρών εφεξής θα είναι τακτικές, ενώ ο διοικητής της ΤτΕ έθεσε στη διάθεση του οικονομικού επιτελείου το τμήμα ερευνών της Τράπεζας της Ελλάδος το οποίο είναι το μεγαλύτερο της χώρας.
Την επόμενη εβδομάδα θα υπάρξει συνάντηση του Κ. Χατζηδάκη με τις διοικήσεις των συστημικών τραπεζών.
**********
H J.P. Morgan δίνει ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης στη χώρα μας με αναβάθμιση της σύστασης της για την Ελλάδα σε overweight (υπεραπόδοση) και τοποθετεί τη μετοχή της Alpha Bank στο Top 10 των επιλογών της για την περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA).
«Βλέπουμε περαιτέρω άνοδο χάρη στη μετεκλογική επαναξιολόγηση και αναβαθμίζουμε τη σύσταση των ελληνικών μετοχών σε οverweight από neutral στη ζώνη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA), με τον τίτλο της Alpha Bank ήδη να βρίσκεται στις κορυφαίες επιλογές της συγκεκριμένης ζώνης», επισημαίνει η J.P. Morgan.
«Η Ελλάδα διαθέτει με μεγάλο discount 49% σε σχέση με τις αναδυόμενες αγορές με βάση τον δείκτη 12m fwd P/E, μετά και από το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα και με τη χώρα να έχει μεγαλύτερο ποσοστό ανάπτυξης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι αποδόσεις των ελληνικών 10ετών διαπραγματεύονται ήδη 40 μ.β. χαμηλότερα από της Ιταλίας και οι δείκτες αποδοτικότητας ROE των ελληνικων τραπεζών είναι πάνω από τις αντίστοιχες του δείκτη Eurostoxx Banks».
«Παρά το ράλι της αγοράς, πιστεύουμε ότι η ελληνική αγορά έχει περιθώρια ανόδου δεδομένων των αποτιμήσεων, των ισχυρών κερδών του 2023, το προφίλ ανάπτυξης και την ευνοϊκή πορεία ανάπτυξης λόγω της εκτέλεσης των μεταρρυθμίσεων. Ο MSCI Greece έχει την καλύτερη απόδοση στην αγορά των χωρών της περιοχής CEEMEA, με τις ελληνικές τράπεζες να έχουν ηγετική θέση», επισημαίνει η αμερικανική τράπεζα.
**********
Ανάπτυξη 2,2% και πληθωρισμό στο 4,6% προβλέπει το βασικό σενάριο του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή για την ελληνική οικονομία φέτος, με τις αντίστοιχες προβλέψεις για το 2024 να μιλούν για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,3%.
Όπως τονίζει το Γραφείο Προϋπολογισμού, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα μπορεί να δώσει αισθητή ώθηση στην ανάπτυξη, διαμορφώνοντας την αύξηση του ΑΕΠ στο 2,3% για το 2023 και στο 2,7% για το 2024.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση του ΓΠΚΒ για το πρώτο τρίμηνο, η επενδυτική βαθμίδα, στον βαθμό που τα θετικά αποτελέσματά της διαχυθούν άμεσα στην πραγματική οικονομία, θα προκαλέσει αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων που θα ενισχύσουν το ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στο 2,3% το 2023 και στο 2,7% το 2024, δηλαδή 0,1 και 0,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το βασικό σενάριο.
Συνεπώς, η απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θα μπορούσε να έχει αξιόλογη θετική επίδραση στο σύνολο της οικονομίας πέρα από τις ευνοϊκές επιπτώσεις στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, τονίζεται.
Από τα σενάρια που επεξεργάστηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού, το σενάριο 2 μιλά για μείωση των κρατικών μεταβιβάσεων που θα περιορίσει την ιδιωτική κατανάλωση των νοικοκυριών και θα οδηγήσει το ΑΕΠ σε μεγέθυνση 2% το 2023 και 2,1% το 2024, δηλαδή 0,2 και 0,1 κάτω από το βασικό σενάριο.
Στο σενάριο 3, η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης θα οδηγήσει σε ρυθμό μεγέθυνσης 2,3% το 2023 και 2,2% το 2024, δηλαδή 0,1 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το βασικό σενάριο για το 2023 αλλά χωρίς διαφορά από το βασικό σενάριο για το 2024.


























