
Η επενδυτική εικόνα των ελληνικών τραπεζών εισέρχεται σε νέα φάση, σύμφωνα με τη WOOD & Company, καθώς ο κλάδος αφήνει πίσω του την περίοδο εξυγίανσης των ισολογισμών και περνά πλέον σε ένα μοντέλο που βασίζεται στη διατηρήσιμη κερδοφορία, στις επαναλαμβανόμενες διανομές κεφαλαίου και στις υψηλές αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων.
Ο οίκος διατηρεί σύσταση αγοράς και για τις έξι τράπεζες που καλύπτει, εκτιμώντας ότι η αγορά δεν έχει αποτιμήσει πλήρως τη διάρκεια των κερδών και τη δυναμική των μελλοντικών διανομών.
Οι νέες τιμές-στόχοι διαμορφώνονται στα 17,80 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, 4,90 ευρώ για τη Eurobank, 10,30 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς, 4,60 ευρώ για την Alpha Bank, ενώ για την Optima Bank και την Τράπεζα Κύπρου τοποθετούνται στα 11,50 ευρώ. Η WOOD τονίζει ότι οι διανομές κεφαλαίου λειτουργούν πλέον ως βασικός μοχλός βελτίωσης της αποτίμησης, καθώς περιορίζουν το πλεονάζον κεφάλαιο, ενισχύουν την κεφαλαιακή αποδοτικότητα και επιταχύνουν τη μείωση της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης.
Σε επίπεδο επιμέρους επιλογών, η Εθνική Τράπεζα προβάλλει ως η πλέον ποιοτική και αμυντική επενδυτική περίπτωση, η Eurobank ως η πιο ισορροπημένη ιστορία ανάπτυξης και κερδοφορίας, ενώ η Alpha Bank εμφανίζει το μεγαλύτερο περιθώριο συνολικής απόδοσης υπό την προϋπόθεση επιτυχούς εκτέλεσης του νέου στρατηγικού σχεδίου. Η Πειραιώς παραμένει ιστορία μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, η Optima Bank ξεχωρίζει για τη δυναμική πιστωτικής επέκτασης και η Τράπεζα Κύπρου για τη σταθερή εισοδηματική της εικόνα.
********
Η ΔΕΗ περνά σε νέα εποχή ανάπτυξης και μετασχηματισμού μετά την έγκριση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων, με ποσοστό 96% και απαρτία 70,21%, εξέλιξη που σηματοδοτεί ισχυρή εμπιστοσύνη της αγοράς στη στρατηγική της διοίκησης. Μέσω της ΑΜΚ, η εταιρεία επιδιώκει να αντλήσει έως 4 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση μέρους του επενδυτικού σχεδίου των 24 δισ. ευρώ έως το 2030. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, το βιβλίο προσφορών αναμένεται να ανοίξει στις 18 Μαΐου, ενώ το ενδιαφέρον από διεθνείς επενδυτές εμφανίζεται ήδη ιδιαίτερα ισχυρό.
Η διοίκηση υπό τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Γιώργο Στάσση επιταχύνει τον μετασχηματισμό της ΔΕΗ σε έναν ευρύτερο ενεργειακό και τεχνολογικό όμιλο. Η τροποποίηση του καταστατικού ανοίγει τον δρόμο για δραστηριοποίηση στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, της κυβερνοασφάλειας, της αποθήκευσης και διαχείρισης ψηφιακών δεδομένων, καθώς και στην ανάπτυξη data centers.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον για την ΑΜΚ εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονο, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για πιθανές προσφορές που θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη και στα 9-10 δισ. ευρώ. Στο πλάνο ανάπτυξης περιλαμβάνεται και η δημιουργία data center 300 MW στη Δυτική Μακεδονία, επένδυση ύψους 1,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η ΔΕΗ στοχεύει έως το 2030 σε EBITDA 4,6 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 1,5 δισ. ευρώ, ενισχύοντας τη θέση της στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.
********
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγικότητας, παρά την ανάπτυξη και τη σημαντική μείωση της ανεργίας των τελευταίων ετών, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ. Όπως προκύπτει από την έρευνα που παρουσίασε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στα επίπεδα του 2000 και αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ανά ώρα εργασίας περιορίζεται στο 43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ την περίοδο 2000-2024 στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο της απασχόλησης και όχι στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, η δυναμική αυτή εμφανίζει πλέον όρια, καθώς η ανεργία υποχωρεί και οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται, καθιστώντας αναγκαία τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται στις επενδύσεις, στην τεχνολογία και στις δεξιότητες.
Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται και μεταξύ των επιχειρήσεων, με τις μεγάλες εταιρείες να εμφανίζουν σαφώς υψηλότερη παραγωγικότητα σε σχέση με τις μικρότερες. Παράλληλα, το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο αναδεικνύεται ως βασικός ανασταλτικός παράγοντας. Το ΙΟΒΕ και ο ΣΕΒ υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται παρεμβάσεις για την επιτάχυνση επενδύσεων, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και την ενίσχυση του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας.































