
Εποικοδομητική δηλώνει για τις ελληνικές τράπεζες η Mediobanca, καθώς ο κλάδος συνεχίζει να έχει υγιείς αποδόσεις, υποστηρίζοντας τη σταθερή απόδοση κεφαλαίου, αν και με μια αλλαγή στις σχετικές εκτιμήσεις καθώς τα επιτόκια θα αρχίσουν να μειώνονται, πλήττοντας τις τράπεζες που είναι πιο ευαίσθητες στα επιτόκια με χαμηλό κόστος.
Η προτίμησή της Mediobanca πηγαίνει προς την Alpha (τιμή-στόχος 2,3 ευρώ από 2 ευρώ) και την Πειραιώς (τιμή-στόχος 5,4 από 4,3 ευρώ). Και οι δύο αναβαθμίζονται σε σύσταση outperform: η πρώτη για την πιο ανθεκτική πορεία καθαρών εσόδων από τόκους (NII) σε σύγκριση με τις άλλες για το 2025 και η δεύτερη για τη στρατηγική ανάπτυξης και διαφοροποίησης της.
Σύμφωνα με την ιταλική τράπεζα, αν και οι ελληνικές τράπεζες είναι ευαίσθητες στη μείωση επιτοκίων, διαθέτουν το χαμηλότερο κόστος καταθέσεων από τις αντίστοιχες της ΕΕ, ενώ η τάση αύξησης των ελληνικών δανείων παραμένει ισχυρή και πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Επιπλέον τα υψηλά επιτόκια τα τελευταία 2 χρόνια επέτρεψαν στις ελληνικές τράπεζες να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μείωσης του κινδύνου και να επιδιορθώσουν τις κεφαλαιακές τους θέσεις.
Οπως σημειώνει η Mediobanca οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν «ιστορίες ανάπτυξης», υποστηριζόμενες από τη μακροοικονομική ανάκαμψη της χώρας μετά από μια περίοδο βαθιάς αναδιάρθρωσης, η οποία οδηγεί στην ομαλοποίηση των βασικών τάσεων.
Η ισχυρή ανάπτυξη δανείων, τα υψηλότερα μερίσματα, τα ισχυρά κεφαλαιακά μαξιλάρια και οι νέες ευκαιρίες ανάπτυξης είναι παράγοντες που θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν την επανάκαμψη των ελληνικών τραπεζών.
*******
Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα 1-2 χρόνια είναι καλύτερες σε σχέση με τις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα , όμως οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού κρατούν την ανάπτυξη σε χαμηλότερα επίπεδα έναντι των άλλων οικονομιών της περιφέρειας, και ειδικά της Ισπανίας, σημειώνει η Capital Economics. Με χαμηλό αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό (slack), τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας να μειώνεται και την μετανάστευση σε επίμονα χαμηλά επίπεδα, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να επιβραδύνει περαιτέρω το επόμενο διάστημα, τονίζει ο οίκος αναλύσεων.
Η Capital Economics χαρακτηρίζει την Ελλάδα σαν ένα από τα «αστέρια» της Ευρώπης, με βάση τις επιδόσεις των τελευταίων ετών, σημειώνοντας ότι οι υπεραποδόσεις αυτές στηρίζονται από μια μεγάλη αύξηση της απασχόλησης (κατά 8% από το τέταρτο τρίμηνο του 2019 έως το τρίτο τρίμηνο του 2023).
Όμως, η αύξηση της απασχόλησης οφείλεται στη μείωση της ανεργίας και όχι στην αύξηση του εργατικού δυναμικού. Μάλιστα, η ανεργία έχει σχεδόν μειωθεί στο μισό, από το 17% τον Δεκέμβριο του 2019 στο 9,4% τον Δεκέμβριο του 2024, αλλά στο ίδιο διάστημα, το εργατικό δυναμικό έχει παραμείνει στο ίδιο μέγεθος.
H Capital Economics σημειώνει ότι η προσφορά εργασίας αποτελεί ένα σημαντικό βαρίδι για την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια και δημιουργεί κινδύνους για την πρόβλεψή της, που μιλά για ρυθμούς 2% το 2025 και το 2026.
Παρόλα αυτά, ο οίκος εξακολουθεί να προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται λόγω της αυξανόμενης παραγωγικότητας, η οποία στηρίζεται από τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων και τις μεταρρυθμίσεις που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
*******
Τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στο πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα εμφάνισαν τα ελληνικά νοικοκυριά ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ . Τα στοιχεία δείχνουν αύξηση του πραγματικού εισοδήματος κατά 1,3% σε ετησιοποιημένη βάση, ακολουθώντας μόνο την Ισπανία, όπου καταγράφηκε άλμα 2,2% στο ίδιο διάστημα.
Η εξέλιξη αυτή, έπειτα από δύο χρόνια αρνητικής ή χαμηλής αύξησης του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος, αποδίδεται στην εκτίναξη των ελληνικών εισοδημάτων από ακίνητα, ενώ το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε μεν, αλλά πολύ με πολύ πιο ήπιο ρυθμό. Μάλιστα, με σημείο αναφοράς το γ’ τρίμηνο του 2019 στις 100 μονάδες, το ποσοστό του εισοδήματος από ακίνητα στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα διαμορφώθηκε στο 183,3.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σημαντική άνοδο στο εισόδημα από ακίνητα εμφάνισαν και η Ισπανία (162,5), αλλά και η Γαλλία (161,76). Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ισπανία, τα εισοδήματα από ακίνητα αποτελούν πλέον το 10,4% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών από 6,6% το γ’ τρίμηνο του 2019.
Σε αντίθεση με τα εισοδήματα από ακίνητα, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα αυξήθηκε με ηπιότερο ρυθμό και συγκεκριμένα κατά 0,34% το γ’ τρίμηνο του 2024.
Οπως αναφέρει ο ΟΟΣΑ, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε οριακά στο σύνολο των μελών του, κατά 0,2% το γ’ τρίμηνο, με τις περισσότερες χώρες πάντως να καταγράφουν άνοδο.





























