Η Jefferies συστήνει αγορά για τις ελληνικές τράπεζες, σε ευρωπαϊκούς τίτλους στρέφονται οι μεγαλοεπενδυτές και απομακρύνεται το σενάριο ύφεσης για την παγκόσμια οικονομία

Σε σύσταση «Αγορά» και νέες τιμές στόχους για τις ελληνικές τράπεζες προχώρησε η Jefferies, «βλέποντας» αύξηση κερδοφορίας στον κλάδο λόγω εστίασης στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.

Ειδικότερα, και για τις τέσσερις μετοχές των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων η σύσταση είναι buy, με τιμές στόχους τα 8,80 ευρώ για την Εθνική Τράπεζα, τα 2,55 ευρώ για την Alpha Bank, τα 2,60 ευρώ για τη Eurobank και τα 5,20 ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς.

Σύμφωνα με την επενδυτική εταιρεία, οι ελληνικές τράπεζες επικεντρώνονται στη βελτίωση των εσόδων τους από τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, προκειμένου να υποστηρίξουν την αύξηση των προμηθειών τα επόμενα χρόνια.

Έτσι, συγκρίνοντας τα μερίδια αγοράς και τις καθαρές ροές των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων τους, αξιολογεί το τοπίο και την πρόοδο που σημειώνεται.

Οι προμήθειες δεν είναι στην Ελλάδα τόσο ανεπτυγμένη αγορά όσο στις χώρες της Ευρωπαϊκές Ένωσης, καθώς οι αμοιβές ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού στην Ελλάδα είναι χαμηλότερα από το μέσο όρο της ΕΕ και των αντίστοιχων χωρών της Νότιας Ευρώπης. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν κατά μέσο όρο 0,55% με την Τράπεζα Πειραιώς να εμφανίζει την υψηλότερη επίδοση με 0,74% και την Εθνική Τράπεζα τη χαμηλότερη επίδοση με 0,50%.

Η Jefferies συγκρίνοντας τα κεφάλαια υπό διαχείριση με το ΑΕΠ, βλέπει ότι οι ελληνικές τράπεζες κινούνται αρκετά χαμηλότερα από τις αντίστοιχες χώρες της ΕΕ με ποσοστό 10% περίπου. Ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 35% περίπου.

Συγκρίνοντας τα κεφάλαια υπό διαχείριση στις καταθέσεις των νοικοκυριών, η Ελλάδα βρίσκεται επίσης χαμηλότερα από τις αντίστοιχες χώρες με περίπου 10% έναντι 46% του μέσου όρου στην ΕΕ.

Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν υψηλότερο ποσοστό των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων με τη μορφή και καταθέσεων σε σχέση με την ΕΕ.

********

Στους ευρωπαϊκούς κρατικούς τίτλους στρέφονται οι μεγαλοεπενδυτές, αποεπενδύοντας ταυτόχρονα από τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, καθώς «ποντάρουν» ότι η ΕΚΤ θα αρχίσει να μειώνει τα επιτόκια δανεισμού νωρίτερα από τη Fed.

Σύμφωνα με τους Financial Times, οι διαχειριστές κεφαλαίου σε Pimco, JP Morgan Asset Management και Rowe Price ενίσχυσαν τις θέσεις τους στο ευρωπαϊκό κρατικό χρέος τις τελευταίες εβδομάδες. Ως αποτέλεσμα, το spread του γερμανικού και του αμερικανικού 10ετούς έφτασε στις 2 ποσοστιαίες μονάδες περίπου, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών.

«Το μονοπάτι για τις μειώσεις επιτοκίων στην Ευρώπη είναι πιο ξεκάθαρο σε σύγκριση με τις ΗΠΑ», δήλωσε ο Bob Michele, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής και παγκόσμιος επικεφαλής σταθερού εισοδήματος στην JP Morgan Asset Management. «Είναι δύσκολο να βρει κανείς έναν οικονομικό λόγο που να στηρίζει τη μείωση των επιτοκίων από τη Fed», προσέθεσε. Τόνισε επίσης ότι αυτή τη στιγμή κατέχει περισσότερους ευρωπαϊκούς τίτλους απ’ ό,τι συνήθως, αλλά ενδέχεται να αποκτήσει κι άλλους.

Η αλλαγή κατεύθυνσης ξεκίνησε όταν η ευρωπαϊκή και η αμερικανική οικονομία άρχισαν να αποκλίνουν, με την Ευρώπη να εμφανίζει λιγότερο επίμονο πληθωρισμό και ασθενέστερη ανάπτυξη, ενισχύοντας τα στοιχήματα ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε περισσότερες μειώσεις επιτοκίων από τη Fed φέτος.

Πάντως, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έγιναν μαζικές ρευστοποιήσεις κρατικών ομολόγων, σπρώχνοντας υψηλότερα τις αποδόσεις, καθώς οι επενδυτές μείωσαν τις προβλέψεις τους για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής τους αμέσως επόμενους μήνες.

Ωστόσο, οι αποεπενδύσεις ήταν εντονότερες στις ΗΠΑ, όπου η απόδοση του ομολόγου αναφοράς ενισχύθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες στο 4,4%.

********

Η JP Morgan δεν περιμένει πια μια ύφεση για το πρώτο εξάμηνο του 2024, αλλά υπολογίζει στο 55% τις πιθανότητες μιας ομαλής προσγείωσης της παγκόσμιας οικονομίας, έως και τα τέλη του επόμενου έτους.

«Οι αιφνιδιαστικά θετικές εξελίξεις γύρω από τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων, τις επιδόσεις στο μέτωπο της προσφοράς στις ΗΠΑ και τις διεθνείς χρηματοοικονομικές συνθήκες αμφισβητούν την άποψη ότι τα υψηλότερα επιτόκια ‘βράζουν τον βάτραχο’ σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομική ανάπτυξη», γράφουν οι αναλυτές του οίκου.

Η προηγούμενη εκτίμησή τους ήταν ότι οι επιτοκιακές αυξήσεις οδηγούν στο φαινόμενο του «βατράχου που βράζει», όπου τα προβλήματα γιγαντώνονται με τον καιρό, μέχρι τελικά να γίνουν πολύ σοβαρά. Ουσιαστικά, οι αναλυτές της JP Morgan ανησυχούσαν ότι τα υψηλότερα-για-περισσότερο επιτόκια θα έπλητταν την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, θα ανέβαζαν το κόστος εξυπηρέτησης των χρεών και θα επιβάρυναν το ΑΕΠ.

Όμως καθώς τα τελευταία δεδομένα δείχνουν μια πιο θετική εικόνα, η JP Morgan δίνει πιθανότητες 55% στο σενάριο της ομαλής προσγείωσης τουλάχιστον έως τα τέλη του 2025, αλλά και πιθανότητες 30% σε ένα σενάριο που θέλει την παγκόσμια οικονομία να συνεχίζει να αναπτύσσεται ακόμα και χωρίς σημαντική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στις ανεπτυγμένες χώρες.

Ενώ ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος και οι προσδοκίες για τις μειώσεις επιτοκίων περιορίζονται, η JP Morgan δεν διαπιστώνει επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών σε παγκόσμιο επίπεδο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι αρνητικές επιπτώσεις από την νομισματική σύσφιγξη περιορίζονται με γρήγορο ρυθμό.