Θετικές εκθέσεις για τις τράπεζες, στην εποχή του αερίου η Πτολεμαίδα V και οι «ταύροι» επιστρέφουν στη Wall Street

Δεν αναμένονται σημαντικές εκπλήξεις για τις ελληνικές τράπεζες από τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου σύμφωνα με την JP Morgan καθώς τα θεμελιώδη μεγέθη παραμένουν ισχυρά και η αγορά έχει ήδη προεξοφλήσει την υπέρβαση των ετήσιων στόχων.

Η JP Morgan διατηρεί σύσταση “οverweight” για όλες τις ελληνικές τράπεζες, αλλά υπογραμμίζει ότι η άνοδος των μετοχών τους είναι σε μεγάλο βαθμό προεξοφλημένη.

Οι τιμές στόχοι είναι στα 4,10 ευρώ για την Alpha bank και τη Eurobank, στα 15 ευρώ για την Εθνική και στα 9 ευρώ για την Πειραιώς.

Η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα παραμένουν οι κορυφαίες επιλογές της JP Morgan ενόψει τέλους του έτους.

Σε αύξηση των τιμών στόχων των ελληνικών τραπεζών προχώρησε η Bank of America, ενόψει των ανακοινώσεων των αποτελεσμάτων του τρίτου τριμήνου.

Η BofA θεωρεί πως το τρίτο τρίμηνο του 2025 θα αποτελέσει κομβική περίοδο για τις ελληνικές τράπεζες, με την αγορά να εστιάζει αφενός στη χρονική στιγμή κατά την οποία θα αγγίξουν το χαμηλότερο σημείο τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII), και αφετέρου στη δυναμική του κύματος συγχωνεύσεων και εξαγορών που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η αμερικανική τράπεζα διατηρεί τρεις συστάσεις “Αγοράς” (Buy) και μία “Ουδέτερη” (Neutral). Οι νέες τιμές στόχοι έχουν ως εξής: H Alpha Bank (σύσταση Buy) στα 3,90 ευρώ (από 3,89 ευρώ προηγουμένως, με περιθώριο ανόδου 9%). Η Eurobank (σύσταση Buy) στα 4,64 ευρώ (από 4,45 ευρώ προηγουμένως, με περιθώριο ανόδου 38%) Η Πειραιώς (σύσταση Buy) στα 8,01 ευρώ (από 7,78 ευρώ προηγουμένως, με περιθώριο ανόδου 13%). Η Εθνική Τράπεζα (σύσταση Neutral) στα 13,04 ευρώ (από 12,81 ευρώ προηγουμένως, με περιθώριο ανόδου 2%).

Σύμφωνα με την BofA οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών τόσο σε δείκτη τιμής προς ενσώματη λογιστική αξία όσο και σε δείκτη κερδοφορίας, με τη Eurobank και την Πειραιώς να ξεχωρίζουν ως οι πλέον υποτιμημένες βάσει του δείκτη απόδοσης επί των ιδίων κεφαλαίων.

******

Η ΔΕΗ κλείνει το τελευταίο κεφάλαιο της απολιγνιτιποίησης. Παραμένοντας πιστή στο χρονοδιάγραμμα για την πλήρη απεξάρτηση από τον λιγνίτη έως το 2026 υπέβαλε αίτημα για τη μετατροπή της πιο σύγχρονης λιγνιτικής μονάδας της, της «Πτολεμαΐδας V», σε φυσικού αερίου. Η αίτηση κατατέθηκε την περασμένη Παρασκευή στην Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ).

Ήδη η ΔΕΗ προχωρά σε ριζική αλλαγή του χαρτοφυλακίου της, έχοντας αυξήσει τους εγκατεστημένους σταθμούς ΑΠΕ, οι οποίοι φθάνουν στα 6,2 GW (εκ των οποίων τα 4,9 GW στην Ελλάδα) με τον πήχη να έχει τοποθετηθεί για το 2027 στα 11,8 GW (τα 7,4 GW στη χώρα μας).

Η στροφή της ΔΕΗ στις ΑΠΕ αποτυπώνεται όχι μόνο στα έργα που εξελίσσονται, αλλά και στα αποτελέσματα παραγωγής. Το α’ εξάμηνο 2025 η λιγνιτική παραγωγή μειώθηκε κατά 6% σε σχέση με το α’ εξάμηνο 2024 και διαμορφώθηκε σε 1,4 TWh (τεραβατώρες) ενώ η παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά, η οποία αυξήθηκε κατά 40% και 17% αντίστοιχα (έναντι του ίδιου εξαμήνου του 2024), έφτασε τις 3,1 TWh που αντιστοιχούν στο 32% της συνολικής παραγωγής της επιχείρησης.

******

Μπορεί να έχουν υπάρξει μεγάλες αναταράξεις στη Wall Street φέτος, αλλά η αισιοδοξία δεν λείπει. Μάλιστα, το τελευταίο Big Money Poll του Barron’s δείχνει ότι το 47% των επαγγελματιών επενδυτών δηλώνουν πλέον «bullish» για τις αγορές τους επόμενους 12 μήνες, ένα εντυπωσιακό άλμα από το 28% της άνοιξης, όταν η αισιοδοξία βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1997.

Μέσα σε έξι μήνες, η εικόνα έχει ανατραπεί. Ο δείκτης S&P 500 έχει ενισχυθεί σχεδόν 40% από το χαμηλό του Απριλίου, καθώς οι φόβοι για έναν νέο εμπορικό πόλεμο έχουν υποχωρήσει. Η αλληλοτροφοδοτούμενη φρενίτιδα γύρω από τις μετοχές τεχνητής νοημοσύνης (AI) ώθησε τα χρηματιστήρια σε διαδοχικά ρεκόρ, ενώ οι προσδοκίες για νέες μειώσεις επιτοκίων και δημοσιονομικά μέτρα στηρίζουν το επενδυτικό κλίμα.

Σύμφωνα με την έρευνα, μόλις το 19% των διαχειριστών κεφαλαίων εμφανίζονται «bearish», από 32% την άνοιξη, ενώ το 34% δηλώνει ουδέτερο. Παρόλα αυτά, το 57% θεωρεί ότι οι μετοχές είναι υπερτιμημένες, έναντι μόλις 3% που πιστεύει ότι είναι υποτιμημένες.