
Έξι ώρες θα μείνει σε ελληνικό έδαφος ο Τούρκος Πρόεδρος, με τους 8 υπουργούς του και την συνοδεία του, για το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας που σηματοδοτεί την έναρξη του διαλόγου και ίσως μιας νέας εποχής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Στο επίκεντρο οι συμφωνίες που θα υπογραφούν σε μία σειρά από θέματα, από την οικονομία και τον τουρισμό, μέχρι την παιδεία και τον πολιτισμό και βέβαια το μεταναστευτικό, με την επικοινωνία που καλούνται να έχουν οι αρχηγοί του Λιμενικού των δύο χωρών, ώστε να αποφεύγονται “τριβές” στη θάλασσα αλλά και να υπάρχει ενημέρωση για τις βάρκες που επιχειρούν να φύγουν από τα παράλια της Τουρκίας για τα νησιά του Βορείου Αιγαίου.
Οι υπουργοί θα συνυπογράψουν τις συμφωνίες, επιβεβαιώνοντας την κοινή βούληση για την ανάπτυξη της θετικής ατζέντας, ανοίγοντας έτσι το παράθυρο στο διάλογο και στην βήμα-βήμα εμπέδωση της εμπιστοσύνης που πιθανώς να φέρει ήρεμα νερά στο Αιγαίο.
Η Ελλάδα μάλιστα θα διευκολύνει τους Τούρκους πολίτες να επισκέπτονται ορισμένα από τα νησιά του Αιγαίου για περιορισμένο χρονικό διάστημα, χορηγώντας τους προσωρινή βίζα.
Στο τετ α τετ Μητσοτάκη – Ερντογάν, κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι τα δύσκολα θέματα δεν θα ανοίξουν τώρα. Στις κοινές δηλώσεις των δύο ανδρών αν και ο Τούρκος πρόεδρος δεν έχει δείξει διάθεση για προκλήσεις, εντούτοις δεν αποκλείεται “διαφωνία” στο θέμα της Χαμάς ενώ μένει να δούμε αν θα θέσει δημοσίως το θέμα των διμερών διαφορών με την Ελλάδα, δηλαδή τα ζητήματα της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Πάντως αν υπάρξει οποιαδήποτε πρόκληση, η Αθήνα δηλώνει έτοιμη να απαντήσει.
Λίγο πριν έρθει στην Αθήνα πάντως, ο Τούρκος Πρόεδρος έστειλε μήνυμα για πιθανή προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη για περισσότερα θέματα, «αλληλένδετα» με την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ,
Ταυτόχρονα δηλώνει ότι η τουρκική βούληση για επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων «είναι ισχυρή» και ζητεί «παρόμοια προσέγγιση» και χωρίς «εξωτερικές παρεμβάσεις και από την ελληνική πλευρά».
Παράλληλα αναφέρει ότι προσβλέπει σε «μια νέα σελίδα» στη βάση της «αρχής “win-win”», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα που δεν μπορούμε να λύσουμε μέσω του διαλόγου, στη βάση αμοιβαίας καλής θέλησης».
********
Τα στοιχήματα των επενδυτών προεξοφλούν μια πρώτη μείωση επιτοκίων από την ΕΚΤ κατά 25 βάσης ήδη από τον Μάρτιο και συνολικές μειώσεις 150 μονάδων εντός του 2024.
Εάν οι traders πέσουν μέσα, η ΕΚΤ θα είναι η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που θα μειώσει τα επιτόκια τον επόμενο χρόνο και μάλιστα θα προχωρήσει στην πιο επιθετική χαλάρωση της νομισματικής της πολιτικής.
Οι αγορές προβλέπουν έξι μειώσεις επιτοκίων των 25 μ.β.. από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το 2024, μια κίνηση που θα μειώσει το βασικό επιτόκιο κατά 150 μονάδες βάσης στο 2,5%.
Σύμφωνα με τα στοιχήματα, υπάρχει σχεδόν 80% πιθανότητα ο κύκλος χαλάρωσης να ξεκινήσει το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους, ένα σενάριο που μόλις πριν από τρεις εβδομάδες ελάχιστοι πίστευαν. Παρότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξακολουθούν να προειδοποιούν για την απειλή που συνιστά ο πληθωρισμός, έχουν επίσης αναγνωρίσει ότι περαιτέρω αυξήσεις άνω του 4% πιθανότατα δεν θα χρειαστούν.
Τώρα η προσοχή στρέφεται στη συνεδρίαση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ την επόμενη εβδομάδα και στο κατά πόσο η πρόεδρος Christine Lagarde θα δώσει το στίγμα των επόμενων κινήσεων της Κεντρικής Τράπεζας
********
Στα 657 δισ. ευρώ υπολογίζει η UBS τα συνολικά χρέη στην Ελλάδα, με το ποσό αυτό να περιλαμβάνει το δημόσιο χρέος των 422 δισ. ευρώ, αλλά και τον δανεισμό του ιδιωτικού τομέα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελβετικού επενδυτικού οίκου, τα συνολικά χρέη στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 305,8% του ΑΕΠ, κάτι που σημαίνει ότι η χώρα κινείται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αφού το υψηλό δημόσιο χρέος αντισταθμίζεται από τα χαμηλά βάρη του ιδιωτικού τομέα, έπειτα από τη μεγάλη μείωση του δανεισμού που σημειώθηκε στα χρόνια της κρίσης.
Το δημόσιο χρέος διαμορφώνεται σήμερα στο 166,5% του ΑΕΠ, έχοντας σημειώσει μεγάλη μείωση από το 209,8% του ΑΕΠ που καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο του 2021.
Το χρέος του ιδιωτικού τομέα (νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις) αντιστοιχεί στο 96,6% του ΑΕΠ, έχοντας κορυφώσει στο 129,7% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2021
Το χρέος των νοικοκυριών έχει μειωθεί στο 43% του ΑΕΠ, των επιχειρήσεων του μη χρηματοοικονομικού τομέα στο 53,6% του ΑΕΠ και των χρηματοοικονομικών εταιρειών στο 12,7%.


























