
Στην κατεύθυνση ενός ολοκληρωμένου μετασχηματισμού, η Alpha Bank μπαίνει δυναμικά στη νέα εποχή, υιοθετώντας ένα σύγχρονο μοντέλο λειτουργίας, ενισχύοντας τη θέση της ως Τράπεζα επιλογής για την επιχειρηματικότητα και επιταχύνοντας την τεχνολογική της ανανέωση.
Η Τράπεζα επαναπροσδιορίζει τη σχέση της με τον Πελάτη, με αιχμή του δόρατος την προσωποποιημένη τραπεζική εμπειρία, τη στροφή στην ψηφιοποίηση με ανθρώπινο πρόσημο και τη βελτιστοποίηση της επιχειρησιακής εξυπηρέτησης, τόσο στο retail όσο και στο wholesale banking.
Αλλάζουμε σε όλα και καθ’ όλα, τόνισε ο CEO της Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης, από το βήμα της γενικής συνέλευσης των μετόχων .
Ο Βασίλης Ψάλτης κατέγραψε την πορεία ανάκαμψης της Alpha Bank από το 2019 μέχρι τα κέρδη ρεκόρ του α΄ τριμήνου του 2025,υπογραμμίζοντας πως αυτή «σηματοδοτεί τη μετάβαση από μια περίοδο σταθεροποίησης σε μια εποχή αυτοπεποίθησης, ανταγωνιστικότητας και συνεχούς δημιουργίας αξίας».
«Η ανάκαμψη αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυρίας. Ήταν αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών, συστηματικής δουλειάς, και βαθιάς πίστης στη δυναμική της Τράπεζας και των Ανθρώπων της. Πατώντας στα θεμέλια του παρελθόντος, κτίσαμε μία Τράπεζα ισχυρή, αξιόπιστη και ανταγωνιστική», ανέφερε ο κ. Ψάλτης.
Όπως είπε η τράπεζα θα πετύχει τη διετία 2026-2027 αύξηση κερδών 11% ενώ το μέρισμα που θα διανεμηθεί στους μετόχους για τη χρήση του 2025 θα είναι τετραπλάσιο σε σχέση με αυτό του 2023.
Έκανε αναφορά στις εξαγορές στις οποίες προχώρησε η τράπεζα από την αρχή του χρόνου και στην στρατηγική συνεργασία με την Unicredit.
Στόχος μας είναι η Alpha Bank να ηγηθεί των εξελίξεων είπε και σημείωσε πως η τράπεζα παραμένει ανταγωνιστική σε επίπεδο αμοιβών και αυτή η πολιτική της συνέβαλε στον επαναπατρισμό στελεχών από το εξωτερικό με 1.375 νέες προσλήψεις τα τελευταία τριετία.
«Πλέον η Alpha Bank βγαίνει μπροστά. Με ξεκάθαρο όραμα, με ηγετική ομάδα που έχει αποδείξει τί μπορεί να πετύχει και με έναν Οργανισμό που είναι έτοιμος να κάνει τη διαφορά σημείωσε χαρακτηριστικά.
******
Στην απειλή για την οικονομία από την ραγδαία αύξηση των ενοικίων “στέκεται” η Morgan Stanley σε νέα της έκθεση για την Ελλάδα στην οποία πάντως δηλώνει θετική για τις προοπτικές της οικονομίας.
Όπως παρατηρεί η αμερικάνικη τράπεζα, παρόλο που πληθωρισμός στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει και εκτιμά ότι θα φτάσει στο 2,1% φέτος, από 2,7% το 2024, η μείωση των τιμών δεν έχει “περάσει” σε όλες τις κατηγορίες. Όπως τονίζει, ο πληθωρισμός των ενοικίων εξακολουθεί να αυξάνεται, έχοντας φτάσει το 10,5% (έναντι 2,9% στην Ευρωζώνη).
Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι περίπου το 35% των νοικοκυριών στην Ελλάδα είναι ενοικιαστές και ότι τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος δαπανούν τουλάχιστον το 22% του διαθέσιμου εισοδήματος τους για ενοίκιο. Επομένως, όπως τονίζει, μια μεγάλη αύξηση του ενοικίου θα μπορούσε να πλήξει το διαθέσιμο εισόδημα των φτωχότερων νοικοκυριών, δημιουργώντας δυνητικά μια απειλή για την πραγματική κατανάλωση.
Όπως σημειώνει, ένας από τους λόγους πίσω από την απότομη αύξηση των τιμών των κατοικιών στην Ελλάδα είναι η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών, καθώς η χώρα έχει υπο-επενδύσει στον κλάδο μετά την οικονομική κρίση. “Η ανάγκη κατασκευής περισσότερων κατοικιών, φέρνοντας έτσι τις τιμές των ενοικίων χαμηλότερα, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως κίνητρο για την περαιτέρω ενίσχυση της κατασκευής κατοικιών στο μέλλον”, επισημαίνει η αμερικανική τράπεζα.
Η Morgan Stanley, επιβεβαίωσε τη θετική της στάση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας καθώς βλέπει η χώρα να έχει άλλα δύο χρόνια ισχυρής ανάπτυξης, η οποία θα συνοδευτεί από πτώση του ποσοστού ανεργίας και συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Πιο συγκεκριμένα, η Morgan Stanley αναμένει άλλα δύο χρόνια ισχυρής ανάπτυξης για την Ελλάδα, με ανάπτυξη του ΑΕΠ της τάξεως 2,2% το 2025 (μόνο με μείωση 10 μονάδων βάσης σε σχέση με το 2024) και κάποια επιβράδυνση το 2026 στο 1,8%. Βλέπει τις επενδύσεις ως βασικό παράγοντα οικονομικής δραστηριότητας, χάρη στην συνεχιζόμενη υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και την αύξηση των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (FDI).
Η ανάπτυξη της ιδιωτικής κατανάλωσης αναμένεται να επιβραδυνθεί, ενώ οι καθαρές εξαγωγές θα έχουν αρνητική συνεισφορά το 2025-2026. Το ποσοστό ανεργίας έχει φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009 (9% τον Μάρτιο του 2025), με την Morgan Stanley να αναμένει να συνεχιστεί η πτώση του, καθώς η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη ενισχύει τη μείωση της αδράνειας στην αγορά εργασίας.
******
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποίησε ότι η αυξημένη ανησυχία των επενδυτών για το πόσο επικίνδυνα είναι τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία μετά την επιβολή δασμών από τον Donald Trump θα μπορούσε να κλονίσει περαιτέρω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η απομάκρυνση από παραδοσιακά επενδυτικά καταφύγια όπως το δολάριο και τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα που πυροδότησαν οι ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου για δασμούς τον περασμένο Απρίλιο, μπορεί να υποδηλώνει μια «θεμελιώδη αλλαγή καθεστώτος», ανέφερε η ΕΚΤ στην εξαμηνιαία επισκόπηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η εξέλιξη αυτή εγείρει τον κίνδυνο «ευρύτερων μετατοπίσεων στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων», σύμφωνα με την έκθεση που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη. «Αυτό θα είχε δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα».
Η ΕΚΤ επισημαίνει πως η αναταραχή του εμπορικού πολέμου συνεχίζει να απασχολεί τους φορείς χάραξης πολιτικής, παρά την αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και την άρση ορισμένων από τους δασμούς του Trump.
Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στη ζώνη του ευρώ έχουν δει βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης τα τελευταία χρόνια, ωστόσο οι εμπορικές εντάσεις και οι ασθενέστερες προοπτικές ανάπτυξης συνιστούν μελλοντικά εμπόδια.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η έκθεση στον πιστωτικό κίνδυνο ενδέχεται να αυξηθεί για τις τράπεζες και τους μη τραπεζικούς οργανισμούς της ζώνης του ευρώ, αν και η ικανότητα των τραπεζών να απορροφήσουν περαιτέρω υποβάθμιση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού αναμένεται να στηριχθεί από την ισχυρή κερδοφορία και τα σημαντικά κεφαλαιακά και ρευστά διαθέσιμα αποθέματα.
Οπως σημειώνει η ΕΚΤ στο σημερινό ιδιαίτερα αβέβαιο μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, είναι κρίσιμο να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.




























