
Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με το διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος ζήτησε από τα συστημικά πολιτικά κόμματα να επιδείξουν συναίνεση.
Όπως ανέφερε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της βράβευσής του στη Νέα Υόρκη από την Capital Link, η Ελλάδα παρ’ όλο που αποτελεί υπολείπεται σε όρους διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας έναντι των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, παρά τη σημαντική βελτίωση των τελευταίων ετών.
Αυτή η σημαντική υστέρηση ευθύνεται για το μεγάλο έλλειμμα που εμφανίζει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της χώρας, το οποίο αντιστοιχεί στο 6,2% του ΑΕΠ το 2023.
Προκειμένου να αντιστραφεί αυτή η εικόνα, όπως είπε ο κ. Στουρνάρας, απαιτείται να να υλοποιηθεί ένα ευρύ φάσμα φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων με στόχο τη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αποσκοπούν στην εξάλειψη διαρθρωτικών αδυναμιών, όπως οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, η γραφειοκρατία στη δημόσια διοίκηση και το έλλειμμα ψηφιακών δεξιοτήτων. Ταυτόχρονα, όμως, είναι αναγκαίο να εξαλειφθούν οι εναπομείνασες περιοριστικές πρακτικές που εμποδίζουν την ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών, με την κατάργηση των φραγμών εισόδου και το άνοιγμα των αγορών αγαθών και υπηρεσιών στον ανταγωνισμό.
Για να προχωρήσουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, απαιτούνται ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις. Αντιθέτως, η εμμονή σε ιδεοληπτικές προσεγγίσεις θέτει προσκόμματα στην εφαρμογή δοκιμασμένων λύσεων σε τομείς όπως η φοροδιαφυγή, η αντιμετώπιση της ανομίας και ατιμωρησίας, η απόκλιση από τα εκπαιδευτικά δεδομένα της υπόλοιπης Ευρώπης, η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης.
*******
Θετική δηλώνει για τις ελληνικές τράπεζες, όπως άλλωστε και για την ελληνική οικονομία, η UBS, στην έκθεση με τις προοπτικές του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου για το 2025. Ο ελβετικός επενδυτικός οίκος συστήνει την αγορά και των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, αλλά συγκαταλέγει την Εθνική Τράπεζα ανάμεσα στα ευρωπαϊκά top picks του.
H UBS θέτει την τιμή-στόχο για την Εθνική στα 11,2 ευρώ (περιθώρια ανόδου 50%), για την Τράπεζα Πειραιώς στα 5,7 ευρώ (+47%), για την Alpha Bank στα 2,4 ευρώ (+47%) και για τη Eurobank στα 2,8 ευρώ (+23%).
Όπως σημειώνει η UBS, οι επενδυτές είναι υπερβολικά επιφυλακτικοί σε σχέση με τις προοπτικές των ευρωπαϊκών τραπεζών τους επόμενους 12-18 μήνες, λόγω των μειώσεων των επιτοκίων. Αντίθετα, οι εκτιμήσεις του οίκου μιλούν για συνολικές αποδόσεις 25% στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο το επόμενο έτος, έναντι -5% που αναμένει στο σύνολο των ευρωπαϊκών αγορών (δηλαδή υπεραποδόσεις της τάξης του 30%).
Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές τράπεζες, η UBS επισημαίνει ότι τα αποτελέσματά τους για το τρίτο τρίμηνο ήταν καλύτερα των προβλέψεων, λόγω της ανθεκτικότητας των εσόδων από τόκους (το περιθώριο «κράτησε» εξαιτίας ενός πιο ευνοϊκού μείγματος καταθέσεων) και των ισχυρών τάσεων στα επιχειρηματικά δάνεια (τα εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά 11% σε ετήσια βάση για τις τέσσερις τράπεζες).
Το guidance των διοικήσεων για το 2024 αναβαθμίστηκε και πάλι, ενώ υπάρχει μεγαλύτερη αισιοδοξία και στις μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις, σημειώνει ο οίκος.
Οι ζημιές από δάνεια εξακολουθούν να εκπλήσσουν θετικά, καθώς οι προσπάθειες μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποδίδουν καρπούς.
Ο οίκος χαρακτηρίζει σαν εξέλιξη-κλειδί τα σχέδια των τραπεζών για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου προκειμένου αυτός να μηδενιστεί σε δέκα χρόνια, καθώς όπως επισημαίνει, το υψηλό μερίδιο των DTCs στον κεφαλαιακό δείκτη CET1 (από 36% έως 64%) αποτελούσε βασικό περιορισμό για τον κλάδο.
Με την ταχύτερη απόσβεση των DTCs ανοίγει ο δρόμος για σημαντικές διανομές κεφαλαίου, με τις τράπεζες να αυξάνουν ήδη τις δεσμεύσεις για τα payouts του 2024, κάνοντας το πρώτο βήμα για να τα ανεβάσουν στο 50% το 2025.
Όπως σημειώνει η UBS, οι τράπεζες προανήγγειλαν επίσης ότι οι επαναγορές μετοχών θα είναι ένα σημαντικό κομμάτι των σχεδίων τους για διανομές κεφαλαίου, κάτι που ευνοεί τις αποτιμήσεις και δεν έχει συνεκτιμηθεί πλήρως στις προβλέψεις του οίκου.
*******
Στα 3,5 δισεκ. ευρώ «σκαρφάλωσαν» τα χρέη του Δημοσίου προς τους ιδιώτες στο τέλος του Οκτωβρίου, αυξημένα κατά περίπου 700 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2023, οπότε και είχαν διαμορφωθεί σε 2,8 δισεκ. ευρώ.
Από τα 3,5 δισεκ. ευρώ, τα 2,8 δισεκ. ευρώ αφορούν οφειλές προς τους προμηθευτές, ενώ περίπου 700 εκατ. ευρώ είναι οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων.
Από τα 2,824 δισεκ. ευρώ των συσσωρευμένων οφειλών προς τον ιδιωτικό τομέα, τα 1,255 δισ. ευρώ προέρχονται από τα νοσοκομεία. Τα χρέη προς τους προμηθευτές από 907 εκατ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2022 αυξήθηκαν στα 1,319 δισεκ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023 για να περιοριστούν στα 1,2 δισεκ. ευρώ τον περασμένο μήνα.
Αύξηση κατέγραψαν και τα χρέη των ασφαλιστικών ταμείων με τις συνολικές οφειλές να ανέρχονται στα 687 εκατ. ευρώ από 525 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023.
Σε ανοδική τροχιά κινήθηκαν τα χρέη των ΟΤΑ φθάνοντας στα 354 εκατ. ευρώ από 321 εκατ. ευρώ τον Σεπτέμβριο και 149 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023.
Αύξηση σημείωσαν και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νομικών προσώπων της γενικής κυβέρνησης καθώς ανήλθαν στα 298 εκατ. ευρώ από 294 εκατ. ευρώ τον Σεπτέμβριο και 162 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023.
Σε υψηλότερα επίπεδα κυμάνθηκαν οι εκκρεμείς επιστροφές φόρου που ανήλθαν σε 682 εκατ. ευρώ έναντι 558 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023. Από αυτά τα 272 εκατ. ευρώ προέρχονται από άμεσους φόρους, τα 294 εκατ. ευρώ από έμμεσους φόρους ενώ 111 εκατ. ευρώ ανήκουν στη κατηγορία των μη φορολογικών εσόδων.




























