
Στρατηγική διαδοχικών παρεμβάσεων σχεδιάζει να εφαρμόσει η κυβέρνηση προκειμένου να περιορίσει τις επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει στην ελληνική οικονομία η νέα γεωπολιτική κρίση και η άνοδος των τιμών ενέργειας. Το σχέδιο προβλέπει την ενεργοποίηση μέτρων σταδιακά, ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια των πιέσεων στις διεθνείς αγορές.
Βασικός στόχος είναι να αποτραπεί η μετακύλιση των αυξήσεων σε καύσιμα και βασικά αγαθά προς τους καταναλωτές και να απορροφηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι οικονομικοί κραδασμοί που μπορεί να προκύψουν. Το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και εμπορευμάτων, δηλώνοντας έτοιμο να παρέμβει για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων εφόσον η ενεργειακή κρίση κλιμακωθεί.
Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνικές κινήσεις δεν θα είναι αποκομμένες από το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Οι όποιες παρεμβάσεις θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που θα ληφθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει το ενδεχόμενο «παγώματος» των δημοσιονομικών κανόνων, το οποίο θα επιτρέψει στα κράτη-μέλη να διαθέσουν περισσότερους πόρους για τη στήριξη των οικονομιών τους μέχρι να αποκλιμακωθεί η κρίση.
Ο επικεφαλής του Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη μια «εργαλειοθήκη» μέτρων από την ενεργειακή κρίση του 2022, τα οποία μπορούν να ενεργοποιηθούν εκ νέου εφόσον οι πιέσεις ενταθούν. Όπως σημείωσε, η συζήτηση για νέα μέτρα παραμένει ανοιχτή και θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων.
Παράλληλα, η κυβέρνηση εξετάζει μια σειρά από παρεμβάσεις που μπορούν να εφαρμοστούν και σε εθνικό επίπεδο. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η πιθανή επαναφορά πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους στην εμπορία και τη λιανική πώληση καυσίμων, με στόχο να περιοριστούν φαινόμενα αισχροκέρδειας και να συγκρατηθούν οι τιμές στην αντλία. Το μέτρο είχε εφαρμοστεί για πρώτη φορά το 2021, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, και παρέμεινε σε ισχύ για τρία χρόνια, έως τα μέσα του 2025.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η επαναφορά της επιδότησης καυσίμων μέσω του fuel pass, ενός μηχανισμού που είχε ενεργοποιηθεί το 2022 για να αντιμετωπιστεί η εκρηκτική άνοδος των τιμών της βενζίνης. Ωστόσο, η ενεργοποίηση του μέτρου θα εξαρτηθεί από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η διεθνής τιμή του πετρελαίου θα πρέπει να ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι και η αύξηση να διατηρηθεί για τουλάχιστον έναν μήνα.
Παράλληλα εξετάζεται και η επαναφορά επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου συμπαρασύρει και τις τιμές χονδρικής στο ρεύμα. Σε αυτό το ενδεχόμενο θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί μηχανισμός κρατικής επιδότησης ανά κιλοβατώρα, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, το οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις σε κρίσιμους τομείς που μπορεί να επηρεαστούν από τη γεωπολιτική κρίση, όπως οι θαλάσσιες μεταφορές, τα Στενά του Ορμούζ, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, οι αερομεταφορές, οι τιμές των λιπασμάτων και η επισιτιστική ασφάλεια. Εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο και στις τιμές βασικών αγαθών.
Η ελληνική οικονομία καλείται να διαχειριστεί μια δεύτερη ενεργειακή κρίση μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, γεγονός που δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Η άνοδος των τιμών ενέργειας αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τον πληθωρισμό, προκαλώντας νέο κύμα ανατιμήσεων σε καύσιμα, μεταφορές, προϊόντα και υπηρεσίες. Παράλληλα, οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω, επιβαρύνοντας σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Ανησυχία προκαλεί και η πορεία των τιμών στα τρόφιμα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 4,5% σε ετήσια βάση, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται στο μοσχάρι, στα φρούτα, στον καφέ και στις σοκολάτες, ενώ μικρότερες αυξήσεις εμφανίζουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το ψωμί.
Παράλληλα, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές δημιουργούν πιέσεις και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ιδιαίτερα σε τομείς που βασίζονται σε πρώτες ύλες από τη Μέση Ανατολή. Πιθανές διαταραχές μπορεί να επηρεάσουν το εμπόριο και τη βιομηχανία, προκαλώντας πρόσθετες πιέσεις στις τιμές και στη διαθεσιμότητα προϊόντων.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει επίσης το επενδυτικό κλίμα. Παρότι οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αύξηση των επενδύσεων κατά 10,2% φέτος, που αποτελεί και την τελευταία χρονιά αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η επιφυλακτικότητα των επενδυτών μπορεί να περιορίσει τη δυναμική της οικονομίας και να καθυστερήσει νέα επενδυτικά σχέδια.
Την ίδια στιγμή, οι πιθανές παρεμβάσεις στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων θα ασκήσουν πρόσθετες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, καθώς θα απαιτηθούν σημαντικοί πόροι από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ανεπηρέαστος δεν αναμένεται να μείνει ούτε ο τουρισμός, ο οποίος αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Το 2024 ο τουρισμός απέφερε έσοδα 23,5 δισ. ευρώ, ωστόσο μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση στην ευρύτερη περιοχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση των κρατήσεων, ιδιαίτερα από μακρινές αγορές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πορεία της ενεργειακής κρίσης θα επηρεάσει και τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Εάν οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας παραταθούν, είναι πιθανό να επιβραδυνθεί η οικονομική μεγέθυνση, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την πρόβλεψη του προϋπολογισμού για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4% το τρέχον έτος.
































