
Μπροστά στην προοπτική να μπει στο επενδυτικό ραντάρ ακόμη μεγαλύτερων διεθνών επενδυτών, ανεβάζοντας τη ζήτηση για ελληνικά ομόλογα μέχρι και στα 20 δισ. ευρώ, βρίσκεται η ελληνική οικονομία, εφόσον στις 13 Σεπτεμβρίου λάβει την επενδυτική βαθμίδα και από τον οίκο Moody’s.
Νωρίτερα, στις 6 Σεπτεμβρίου, η ελληνική οικονομία θα «συναντηθεί» ξανά με τον καναδικό οίκο DBRS, ενώ μέχρι τα τέλη του έτους αναμένονται οι επόμενες αξιολογήσεις του ελληνικού αξιόχρεου από τις Standard & Poors στις 18 Οκτωβρίου, Fitch στις 22 Νοεμβρίου και Scope στις 6 Δεκεμβρίου.
Ο αμερικανικός – και μεγαλύτερος στον κόσμο – οίκος αξιολόγησης Moody’s είναι ο μόνος που δεν έχει δώσει ακόμη το investment grade στην Ελλάδα, διατηρώντας στις 15 Μαρτίου 2024 αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας στο Ba1, με σταθερές προοπτικές. Η αξιολόγησή του βασιζόταν κυρίως στις συνεχιζόμενες προκλήσεις από το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, τη διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης που θα απαιτήσει χρόνο και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που απομένουν, με έμφαση στο δικαστικό σύστημα.
Μέσα στο καλοκαίρι, ωστόσο, η Moody’s αναβάθμισε και τις τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες, γεγονός που μπορεί να ερμηνευθεί ως προάγγελος για επερχόμενη αναβάθμιση και της ελληνικής οικονομίας στο σκαλί που απομένει για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
******
Εβδομάδα αποφάσεων είναι αυτή για την οριστικοποίηση των ανακοινώσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με την οικονομική πολιτική του επόμενου διαστήματος, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης το επόμενο Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου.
Στο οικονομικό επιτελείο έχουν βγάλει χαρτί και μολύβι και κάνουν όλες τις απαραίτητες προσομοιώσεις προκειμένου να διαπιστώσουν ότι η άσκηση βγαίνει, διότι σε καμία περίπτωση δεν θέλουν να υπονομεύσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα που με τόσο κόπο η χώρα έχει κερδίσει. Στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών θέλουν πάση θυσία να τη διατηρήσουν.
Στο πλαίσιο αυτό, αναζητείται επιπλέον δημοσιονομικός χώρος προκειμένου να υπάρξουν κοινωνικές παροχές σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη για τα νοικοκυριά, τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν το υψηλό κόστος ζωής, είτε αυτό προέρχεται από την ακρίβεια στα είδη των σούπερ μάρκετ είτε από τις υψηλές τιμές των ενοικίων που κάνουν το θέμα της στέγης εξαιρετικά δύσκολο.
Ένα μεγάλο μέρος των μέτρων που θα ανακοινωθούν από τον πρωθυπουργό, τα οποία ωστόσο ακόμη δεν έχουν κλειδώσει, έχουν σαφή προσανατολισμό στην κατεύθυνση βελτίωσης της καθημερινότητας των πολιτών.
Οι βασικοί άξονες στους οποίους θα κινηθούν οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού είναι η αντιμετώπιση των προβλημάτων της στέγασης και του δημογραφικού, η αναβάθμιση των υπηρεσιών της δημόσιας υγείας και παιδείας, καθώς και η στήριξη των ευπαθών ομάδων.
Η προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η στήριξη των νοικοκυριών, με ιδιαίτερη έμφαση στις νέες οικογένειες και την απόκτηση κατοικίας. Η στήριξη των συνταξιούχων παραμένει επίσης υψηλά στη κυβερνητική ατζέντα, με τα συναρμόδια υπουργεία να επεξεργάζονται μέτρα για τη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Κεντρική θέση έχουν η στεγαστική πολιτική, η αναδιάρθρωση των κοινωνικών επιδομάτων και η ενίσχυση της απασχόλησης για νέους και γυναίκες.
******
Επιβραδύνθηκε εφέτος η στροφή στις προθεσμιακές καταθέσεις, η οποία είχε σημειωθεί μετά την αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τη μερική προσαρμογή των τραπεζικών επιτοκίων σε αυτή.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι προθεσμιακές καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν στο α’ επτάμηνο του 2024 (Ιανουάριος – Ιούλιος) κατά περίπου 600 εκατ. ευρώ στα 37,2 δισ. ευρώ, ενώ το 2023 είχαν αυξηθεί κατά 12 δισ. ευρώ.
Ο κύριος όγκος των καταθέσεων των νοικοκυριών εξακολουθεί να αφορά στις καταθέσεις που είναι άμεσα απαιτητές και έχουν μηδενικό επιτόκιο (καταθέσεις μίας ημέρας ή καταθέσεις όψεως). παρά τη μείωση τους κατά 1,3 δισ. ευρώ στο α’ εφετινό 7μηνο.
Η στροφή στις προθεσμιακές καταθέσεις σημειώθηκε το 2023, όταν αυξήθηκαν τα επιτόκια από τις τράπεζες. Προηγουμένως, αυτές ακολουθούσαν πτωτική πορεία και το 2022 είχαν υποχωρήσει στα 23-25 δισ. ευρώ από 44,5 δισ. ευρώ στις αρχές του 2019, καθώς τα επιτόκιά τους είχαν μειωθεί και οι αποταμιευτές δεν είχαν κίνητρο για να παραιτηθούν από τον υψηλότερο βαθμό ρευστότητας που δίνουν οι καταθέσεις όψεως.
Στη συνέχεια, το κίνητρο αυτό επανήλθε καθώς οι τράπεζες αύξησαν τα επιτόκια, αλλά η στροφή στις προθεσμιακές καταθέσεις φαίνεται να φθάνει στα όριά της καθώς οι τράπεζες προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια – με το μέσο επιτόκιο για διάρκεια κατάθεσης έως 1 έτος να διαμορφώνεται στο 1,86% τον Ιούνιο – για σχετικά μεγάλα ποσά, ενώ τα περισσότερα νοικοκυριά έχουν μικρά ποσά καταθέσεων.
Από τις αρχές του 2019 έως τον Ιούλιο του 2024, οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν συνολικά κατά 36,5 δις. ευρώ, αλλά οι προθεσμιακές μειώθηκαν στην ίδια περίοδο κατά 7 δις. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις όψεως αυξήθηκαν κατά 43 δισ. ευρώ.


























