
Στο 2,2% βλέπει την ανάπτυξη το 2024 η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεσή του διοικητή Γιάννη Στουρνάρα για την Νομισματική Πολιτική, με ταυτόχρονη υποχώρηση του πληθωρισμού στο 3% από 4,2% το 2023.
Για το 2025 ο πήχης της μεγέθυνσης του ΑΕΠ τοποθετείται από την κεντρική τράπεζα στο 2,5%, ενώ για το 2026 εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί ελαφρώς ο ρυθμός ανόδου, στα επίπεδα του 2,3%.
Βασικές κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής δραστηριότητας τα επόμενα έτη θα συνεχίσουν να είναι οι επενδύσεις, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές, ενώ η συμβολή της δημόσιας κατανάλωσης αναμένεται οριακά αρνητική.
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί. Αναλυτικότερα, κινδύνους για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αποτελούν: τυχόν επιδείνωση της γεωπολιτικής κρίσης στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή και οι συνεπαγόμενες επιπτώσεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, ο χαμηλότερος του αναμενόμενου ρυθμός απορρόφησης και εκταμίευσης των κονδυλίων του RRF, ενδεχόμενες φυσικές καταστροφές που συνδέονται με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, η εντεινόμενη στενότητα στην αγορά εργασίας και η καθυστέρηση υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων.
Ο διοικητής της ΤτΕ λαμβάνοντας υπόψη τις αβεβαιότητες και τους κινδύνους που συνδέονται με το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, τις προϋπάρχουσες αλλά και τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, όπως η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, η κλιματική κρίση και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, είναι απαραίτητο η οικονομική πολιτική να μείνει προσηλωμένη στην υλοποίηση των αλλαγών που θα διασφαλίσουν την επιτάχυνση της οικονομικής μεγέθυνσης και την κοινωνική συνοχή προτείνει τις εξής δράσεις: Υλοποίηση πολιτικών που διασφαλίζουν τη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, και ειδικά του πληθωρισμού των ειδών διατροφής και των υπηρεσιών, Η έγκαιρη απορρόφηση και εκταμίευση των πόρων του RRF προς τον ιδιωτικό τομέα , την εφαρμογή, κατά προτεραιότητα, των μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην εξάλειψη διαρθρωτικών αδυναμιών, όπως οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, η γραφειοκρατία στη δημόσια διοίκηση και το έλλειμμα ψηφιακών δεξιοτήτων την επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων, περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα, αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων στην αγορά εργασίας, υλοποίηση πολιτικών που αποσκοπούν στην αύξηση της αποταμίευσης των νοικοκυριών, προσέλκυση ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, διασφάλιση της πρόσβασης των πολιτών σε στέγαση με αποδεκτούς όρους και προώθηση όλων των διαθέσιμων μορφών ιδιωτικής χρηματοδότησης των επενδύσεων
*******
Η πορεία της ελληνικής οικονομίας είναι σαφώς καλύτερη του μέσου όρου της Ευρωζώνης και της ΕΕ για το 2023 και αναμένεται συνέχιση της ανάπτυξης και για το 2024. Ωστόσο, απαιτείται δημοσιονομική επαγρύπνηση για τα επόμενα έτη, επισημαίνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην Εαρινή Έκθεσή του για την ελληνική οικονομία.
Η επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων εφεξής, η οποία περιγράφεται στο νέο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ, είναι αναγκαία τόσο λόγω της γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας διεθνώς, όσο και λόγω των υποχρεώσεων της χώρας μας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς για τη σταδιακή αποπληρωμή των δανείων των Μνημονίων ειδικά από το 2026 και μετά.
Αναφορικά με τις μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2024 – οι οποίες υπόκεινται σε αβεβαιότητες με τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις να αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα κινδύνου τόσο για την ανάπτυξη, όσο και για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη – η επιτυχής υλοποίηση της πρόβλεψης του Προγράμματος Σταθερότητας 2024 για αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 2,5% είναι κομβικής σημασίας και προϋποθέτει την πλήρη και αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Όπως αναφέρει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να μεγεθύνεται με ελαφρώς υψηλότερο ρυθμό σε σχέση με το 2023. Επιπλέον, η συνέχιση της υλοποίησης του ΤΑΑ σε συνδυασμό με τους χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού θα επηρεάσουν θετικά την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Ο τουριστικός τομέας προβλέπεται να διατηρήσει την αναπτυξιακή του πορεία.
*******
Με ικανοποίηση δέχθηκε η κυβέρνηση την επιστολή που απέστειλε η Κομισιόν προς τα κράτη-μέλη, με βάση την οποία τα όρια αύξησης καθαρών πρωτογενών δαπανών για την Ελλάδα προβλέπουν μέγιστη επιτρεπόμενη ετήσια αύξηση καθαρών πρωτογενών δαπανών στην περιοχή του 3% (κατά μέσο όρο) ετησίως για την περίοδο 2025-2028.
Υπενθυμίζεται ότι ο αντίστοιχος στόχος για το 2024 ήταν 2,6%. Κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών επεσήμαναν ότι «οι παραπάνω στόχοι είναι συμβατοί με τον σχεδιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής για τα επόμενα έτη και αντανακλούν την σημαντική πρόοδο που έχει επιτύχει η Ελλάδα στο σύνολο των μεταβλητών εκείνων που καθορίζουν την βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους».
Το όριο επίτευξης καθαρών πρωτογενών δαπανών θα οριστικοποιηθεί μετά από τεχνικό διάλογο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και θα ενσωματωθεί στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Πρόγραμμα που θα κατατεθεί το φθινόπωρο από την Ελλάδα στην Επιτροπή. Η διαπραγμάτευση θα γίνει επί τη βάσει των οικονομικών μεγεθών και δεν αποκλείεται να εξελιχθεί και σε υψηλότερα επίπεδα.
Είναι χαρακτηριστικό πως το διάστημα που ακολούθησε το ξέσπασμα της πανδημίας (δηλαδή την τριετία 2021-2023) ο λόγος χρέους ως προς ΑΕΠ στην Ελλάδα παρουσίασε μείωση που αποτελεί ρεκόρ στην ιστορία της ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχει επιστρέψει σε υγιές πρωτογενές πλεόνασμα, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα μειώνοντας έτσι σημαντικά το κόστος δημοσίου δανεισμού, και παρουσιάζει ρυθμό ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι θετικές αυτές επιδόσεις επιτρέπει την συνέχιση πολιτικών φιλικών προς την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως αναφέρουν κύκλοι του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, κινείται και η απόφαση της Κυβέρνησης για επιπλέον μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων των πολιτών και περαιτέρω μείωσης βαρών για το 2025, ύψους 880 εκατ. ευρώ, όπως αυτά προβλέφθηκαν στο Πρόγραμμα Σταθερότητας του Απριλίου.


























