
Η εκτίμηση της βρετανικής τράπεζας για την ανάπτυξη στην Ελλάδα παραμένει σε 1,5% φέτος και 1,7% το 2025, με τη χώρα μας να ξεπερνά τις περισσότερες χώρες αλλά και το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Οι εκτιμήσεις της HSBC, ωστόσο, είναι χαμηλότερα από το consensus.
O πληθωρισμός αναμένεται να αποδειχθεί πιο επίμονος, τόσο στην Ευρωζώνη, όσο και στην Ελλάδα και αναμένεται να είναι στο 2% φέτος (από 1,8% που προέβλεπε πριν) και θα υποχωρήσει ελαφρώς στο 1,8% το 2025.
Η HSBC επισημαίνει ότι η Πορτογαλία και η Ελλάδα είναι από τις πιο «ενάρετες» χώρες όσον αφορά τα δημοσιονομικά ελλείμματα, με πολλές χώρες να εξακολουθούν να έχουν ελλείμματα άνω του 3% του ΑΕΠ, γεγονός που πιθανόν να οδηγήσει σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Η Ισπανία πρωτοστατεί στην ανάπτυξη μεταξύ των Big 4 της Ευρωζώνης φέτος, με τη Γερμανία να είναι έτοιμη για αρνητική ανάπτυξη, ενώ η τράπεζα αναμένει ότι οι χώρες της περιφέρειας θα υπεραποδώσουν σε σχέση με τις οικονομίες του πυρήνα της Ευρωζώνης χάρη και στον τουρισμό.
Οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να είναι σχετικά σταθεροί για τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, αλλά θα συνεχίσουν να μειώνονται αρκετά απότομα στην Ελλάδα και την Πορτογαλία. Η Ελλάδα θα εμφανίσει δείκτες χρέους προς ΑΕΠ της τάξεως του 151,9% φέτος από 160,7% πέρυσι και 143,8% το 2025 από 207% το 2020.
*******
Για το άλμα των τεσσάρων οικονομιών της Νότιας Ευρώπης μιλά η Capital Economics σε ανάλυση που διεξήγαγε για τους Financial Times.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι χώρες του νότου έχουν ξεπεράσει τη Γερμανία κατά περίπου 5% από το 2017. Η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα έχουν προσθέσει συλλογικά περισσότερα από 200 δισ. ευρώ ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος – περισσότερα από ολόκληρη την πορτογαλική οικονομία – σε προσαρμοσμένους όρους τιμών τα τελευταία έξι χρόνια, ενώ το ΑΕΠ της Γερμανίας αυξήθηκε μόνο κατά 85 δισ. ευρώ.
Η οικονομία της Γερμανίας έχει καταγράψει υποτονική ανάπτυξη από την πανδημία του κορωνοϊού το 2020, μετά την απότομη επιβράδυνση στον τεράστιο μεταποιητικό της τομέα που επιδεινώθηκε από την άνοδο των τιμών της ενέργειας εξαιτίας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Αντίθετα, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης έλαβαν σημαντική ώθηση από την ανάκαμψη του τουρισμού, μετά την άρση των περιορισμών της πανδημίας, καθώς και από τη χαμηλότερη έκθεσή τους στην ύφεση της μεταποίησης και την απώλεια φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου.
Αυτό που σημειώνει η Capital Economics είναι ότι η ισχυρή ανάπτυξη των τεσσάρων χωρών από το 2017 έχει μόνο εν μέρει αντιστρέψει το έδαφος που έχασαν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κατά την οποία πολλές οικονομίες στην «περιφέρεια» της ευρωζώνης υπέστησαν σοβαρές απώλειες από τις τραπεζικές κρίσεις και χρειάστηκαν προγράμματα διάσωσης για να εξυπηρετήσουν το χρέος τους.
*******
Πολλά χρόνια πίσω έχει επιστρέψει η εμπιστοσύνη των πολιτών σε κρίσιμους θεσμούς για την κοινωνία, όπως αποκαλύπτει η «Έρευνα Εμπιστοσύνης στους Θεσμούς» της Public Issue.
Η Δικαιοσύνη, μάλιστα, βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης. Το 70% των πολιτών δεν την εμπιστεύεται, ποσοστό που είναι το υψηλότερο από το 2007 που υπάρχουν στοιχεία. Τότε, αυτοί που απαντούσαν ότι «μάλλον δεν την εμπιστεύονται» ήταν μόλις 44%!
Σε δυσχερή θέση και η αστυνομία, με την αποδοχή από τους πολίτες να μειώνεται κατακόρυφα τα τελευταία πέντε χρόνια. Το 2018, το 22% των πολιτών δήλωναν ότι δεν την εμπιστεύονται, ενώ το 2021, το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 55% και σήμερα είναι στο 54%.
Λιγότεροι από ένας στους δέκα πολίτες εμπιστεύονται τα πολιτικά κόμματα, ενώ η Βουλή «βαθμολογείται» με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας εικοσαετίας.
Τα κόμματα, ως πολιτικός και κοινωνικός θεσμός, παραμένουν πλήρως απαξιωμένα. Τα εμπιστεύεται μόλις το 9% των πολιτών. Αντίστοιχο ποσοστό είχε μετρηθεί στην Ελλάδα το 2008, στην έναρξη της οικονομικής κρίσης.
Η κοινωνική εμπιστοσύνη στη Βουλή συνεχίζει να μειώνεται (18%). Καταγράφει, μάλιστα, το 2ο χειρότερο ποσοστό της τελευταίας 20ετίας, μετά το 2011


























