Τι θα πει ο Γιάννης Στουρνάρας στη Γενική Συνέλευση της ΤτΕ, πιο κοντά η μείωση επιτοκίων από την ΕΚΤ και το «στοίχημα» της αναβάθμισης του ελληνικού χρηματιστηρίου

Στο «success story» της ελληνικής οικονομίας θα αναφερθεί ο Διοικητής της Τράπεζας Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σήμερα το πρωί από το βήμα της ετήσιας γενικής συνέλευση της.

Μεταξύ των άλλων ο κ. Στουρνάρας θα σημειώσει πως η χώρα έχει πλέον την πιστοληπτική αξιολόγηση και το «διαβατήριο» της επενδυτικής βαθμίδας, έχει αφήσει πίσω της τα σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, έχει αντιμετωπίσει με επιτυχία την βιωσιμότητα του χρέους. Θα επισημάνει πως πέρυσι η ελληνική οικονομία είχε ρυθμό ανάπτυξης 2%, πολλαπλάσιο σε σχέση με το μέσο όρο της ευρωζώνης που ήταν στο 0,4%, υπογραμμίζοντας πως μεσοπρόθεσμα, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης αναμένεται να είναι σημαντικά υψηλότερος από το μέσο ρυθμό της ευρωζώνης. Για φέτος η ΤτΕ αναμένει ρυθμό ανάπτυξης στο 2,3% (στο 0,6% η ΕΕ), 2,5% για το 2025 και 2,3% για το 2026 (εναντι 1,5% και 1,6% αντίστοιχα για την ευρωζώνη).

Ο κ. Στουρνάρας θα επισημάνει πως οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε καθεστώς αυξημένης κερδοφορίας, διαθέτουν δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας πάνω από τα ελάχιστα εποπτικώς απαιτούμενα επίπεδα, και επαρκή ρευστότητα, και έχουν απορροφήσει σημαντικούς πόρους από RRF, για τη χρηματοδότηση επενδυτικών έργων που αλλάζουν το προφίλ της χώρας.

Σε ότι αφορά τον τραπεζικό τομέα, τα «κόκκινα» δάνεια έχουν υποχωρήσει από το υψηλό 49% το 2016 στο 6,6% αξιοποιώντας και το πρόγραμμα «Ηρακλής».

Για την αποεπένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ο Διοικητής της ΤτΕ αναμένεται να αναφερθεί στην συμφωνία UniCredit-Alpha Bank που αποτελεί μια ακόμη ένδειξη επιστροφής στην κανονικότητα. Στην επιτυχία για την διάθεση του 22% της ΕΤΕ και στο ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον που είχε ως αποτέλεσμα την επιτυχή αποεπένδυση της συμμετοχής του ΤΧΣ στην Τράπεζα Πειραιώς.

Ο διοικητής της ΤτΕ από το βήμα της Γενικής Συνέλευσής θα υπογραμμίσει πως η αναδιάρθρωση και οι αυξήσεις κεφαλαίου των μη συστημικων τραπεζών βρίσκονται σε εξέλιξη, με ακρογωνιαίο λίθο τη συγχώνευση μεταξύ Τράπεζας Αττικής και Παγκρήτιας Τράπεζας που αναμένεται στο γ’ τρίμηνο του 2024. Εξέλιξη ιδιαίτερα σημαντική καθώς θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό στις τράπεζες, κατι που έχει ζητήσει επανειλημμένα ο Γιάννης Στουρνάρας ενώ θα ανοίξει ο δρόμος για την χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Τέλος ο κ. Στουρνάρας θα ζητήσει τη συνεχιση των μεταρρυθμίσεων ώστε να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες του συστήματος που μπορούν να χαλάσουν τα όσα με κόπο έχουν χτιστεί μέχρι σήμερα.

******

Μετά από μήνες που τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) παρέμειναν σταθερά σε υψηλά επίπεδα – ρεκόρ, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να συζητηθεί η μείωσή τους στη συνεδρίαση της ερχόμενης Πέμπτης, 11 Απριλίου.

Αν και το κυρίαρχο σενάριο στο 26μελές διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, το οποίο παίρνει τις αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική, παραμένει ότι η πρώτη μείωση θα πρέπει να γίνει τον Ιούνιο, υπάρχει μία μειοψηφική άποψη που θα έβλεπε θετικά να γίνει άμεσα η κίνηση αυτή, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση στην οικονομία της Ευρωζώνης που κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο.

Υπέρ της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής τον Απρίλιο ή το αργότερο τον Ιούνιο έχει ταχθεί ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, ο οποίος δεν βλέπει κάποιον ουσιαστικό κίνδυνο μη επανόδου του πληθωρισμού της Ευρωζώνης στον στόχο του 2%.

Σημειώνεται ότι ο πληθωρισμός συνέχισε τη σταθερή πορεία μείωσής του και τον Μάρτιο υποχωρώντας στο 2,4%, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε και η μείωση του δομικού πληθωρισμού, που δεν περιλαμβάνει τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, στο 2,9% από 3,1% τον Φεβρουάριο.

«Αγκάθι» παραμένουν μόνο οι τιμές των υπηρεσιών, οι οποίες επηρεάζονται περισσότερο από τις αυξήσεις μισθών, οι οποίες παρέμειναν σταθερά στο 4% για πέμπτο συνεχόμενο μήνα.

Η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών της ΕΚΤ θεωρεί ότι ο πληθωρισμός πράγματι κινείται προς τον στόχο του 2%, κάτι που αποτυπώνεται άλλωστε και στις τελευταίες προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας, αλλά θέλουν να έχουν μία μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι αυτό πράγματι θα συμβεί και προτιμούν να περιμένουν τη συνεδρίαση του Ιουνίου, οπότε θα υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για τις αυξήσεις μισθών. Στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί η αποκλιμάκωση των μισθολογικών αυξήσεων, η οποία έχει αρχίσει να φαίνεται από το τελευταίο τρίμηνο του 2023 και παράλληλα συνεχιστεί η μείωση του περιθωρίου κέρδους των επιχειρήσεων, τότε θα δοθεί το πράσινο φως για να μειωθούν τα επιτόκια τον Ιούνιο.

Το ότι έχουμε μπει στην τελική ευθεία για την πρώτη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ μετά από χρόνια φαίνεται και από τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης τον Μάρτιο, τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα την περασμένη Πέμπτη. «Αν και θα ήταν συνετή η αναμονή νέων στοιχείων και ενδείξεων, έχουν ενισχυθεί τα επιχειρήματα για να εξεταστούν μειώσεις επιτοκίων», σημειώνεται στα πρακτικά, ενώ σε άλλο σημείο τους αναφέρεται ότι ο χρόνος για την πρώτη μείωση «γίνεται ξεκάθαρα πιο ορατός».

******

Μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, ένας σημαντικός σταθμός για το Χρηματιστήριο Αθηνών είναι η αναβάθμιση του στην κατηγορία των αναπτυγμένων αγορών μια αναβάθμιση, όμως που απέχει ακόμη.

Πολλές συζητήσεις δημιούργησε η πρόσφατη έκθεση της JP Morgan σύμφωνα με την οποία Ελλάδα θα παραμείνει, ή θα ήταν καλύτερο να παραμείνει στις Αναδυόμενες Αγορές. Σύμφωνα με τους αναλυτές του Οίκου, το ελληνικό χρηματιστήριο έχει μόνο τρεις μετοχές (Εθνική , Eurobank και ΟΠΑΠ), που έχουν την ποιότητα για τον δείκτη MSCI Europe, ενώ σε περίπτωση μετάταξής της θα ήταν η μικρότερη Αγορά του MSCI Europe, πίσω από την Πορτογαλία και την Αυστρία.

Η διοίκηση του Χρηματιστηρίου εκτιμά ότι εντός του τρέχοντος έτους ένα οίκος θα εντάξει την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά στη λίστα παρακολούθησης (watching list). Bεβαίως και εάν γίνει αυτό θα απαιτηθεί ένα χρονικά διάστημα που μπορεί να φθάσει έως και τους 24 μήνες για να ανακοινωθεί και τυπικά η μετάταξη από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές.

Το ελληνικό χρηματιστήριο είναι το μόνο χρηματιστήριο της Ευρωζώνης που είναι υποβαθμισμένο από το 2013 και βρέθηκε από τις Ανεπτυγμένες Αγορές στις Αναδυόμενες .

Πάντως αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η προοπτική της αναβάθμισης του Ελληνικού Χρηματιστηρίου στις Ανεπτυγμένες Αγορές, εντός τουλάχιστον των επόμενων 24 μηνών, διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για τοποθετήσεις στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, από τα passive index funds που προσαρμόζουν τις επενδύσεις τους με τους βασικούς δείκτες, που εκπροσωπούν $60 τρισ. !