Τι λέει η Scope για χρέος και αξιολογήσεις, αυξήθηκαν εισοδήματα και κατανάλωση το 2023 και σημάδια συρρίκνωσης για την επιχειρηματική δραστηριότητα στην ευρωζώνη

Θετική για την αξιολόγηση της Ελλάδας χαρακτηρίζει η Scope τη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους, επισημαίνοντας ότι σύμφωνα με το βασικό σενάριο προβλέψεων, τα πλεονάσματα θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια.

Οι αναλυτές της Scope αναμένουν ότι το χρέος θα υποχωρήσει στο 150,5% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του έτους και στο 132,8% μέχρι το 2029 από την κορύφωση του 207% το 2020. Βάσει αυτού του σεναρίου, το χρέος θα έχει φτάσει το 2029 στα χαμηλότερα επίπεδα από το ξέσπασμα της κρίσης το 2009, ενώ θα είναι χαμηλότερο από το ιταλικό μέχρι το 2027. Στο πλαίσιο αυτό, η Scope αναμένει πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 7,9 δισ. ευρώ φέτος.

Οι προβλέψεις για τη μείωση του χρέους αντανακλούν τη δημοσιονομική υπεραπόδοση της χώρας, σημειώνει η Scope, καθώς προβλέπει πλεόνασμα 2,1% φέτος και κατά μέσον όρο 2,5% το 2025-2027. Πάντως, σημειώνει η Scope, τα συνεχή αυξημένα πρωτογενή πλεονάσματα που καταγράφει η χώρα ακόμα και μετά την έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία, εκπλήσσουν και ενισχύουν την εμπιστοσύνη των αναλυτών ότι θα επιτευχθούν ελλείμματα 0,5% κατά μέσον όρο μεταξύ 2024-2026.

Οι προβλέψεις της Scope τοποθετούν την ανάπτυξη στο 2,4% φέτος και στο 1,9% το 2025, υψηλότερα από την Ευρωζώνη, όπου θα κινηθεί πέριξ του 1% φέτος και του 1,5% το 2025. Για το 2026-2029, οι προβλέψεις για την ελληνική ανάπτυξη τοποθετούνται κατά μέσον όρο στο 1,4%. Η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας αποδίδεται στα ισχυρά τουριστικά έσοδα, την ιδιωτική κατανάλωση και τις καλύτερες επενδύσεις λόγω ενισχυμένης επενδυτικής εμπιστοσύνης.

Οπως σημειώνει η Scope, ενώ οι επενδύσεις σήμερα είναι υψηλότερες σε σύγκριση με την περίοδο πριν την πανδημία, εξακολουθούν να είναι χαμηλές, μόλις στο 14% της οικονομικής δραστηριότητας έως το δεύτερο τρίμηνο του 2024, δηλαδή χαμηλότερα από το 21% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

******

Αρνητική ήταν για άλλη μια χρονιά η αποταμίευση στην Ελλάδα το 2023, παρότι σύμφωνα με τα συνολικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε πέρυσι με ταχύτερο ρυθμό από την καταναλωτική δαπάνη.

Ειδικότερα, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών οργανισμών που εξυπηρετούν νοικοκυριά διαμορφώθηκε πέρυσι στο -1,9%. Πρόκειται για βελτίωση από το -3,5% που είχε καταγραφεί έναν χρόνο νωρίτερα, αλλά επιδεικνύει για άλλη μια φορά το χρόνιο πρόβλημα της αποταμίευσης στη χώρα.

Πέρυσι, το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό από την τελική καταναλωτική δαπάνη. Σε απόλυτους όμως, η τελευταία συνεχίζει να ξεπερνά το διαθέσιμο εισόδημα. Προκύπτει ότι πέρυσι, είχαμε διαθέσιμο εισόδημα 151,7 δισ. ευρώ, αλλά ξοδέψαμε 154,6 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2023 το διαθέσιμο εισόδημα του τομέα αυξήθηκε κατά 8,1% σε σύγκριση με το 2022, από 140,3 δισ. ευρώ σε 151,7 δισ. ευρώ. Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος ήταν υψηλότερη από κάθε άλλη χρονιά από το 2010 και έπειτα πλην του 2021, όταν τα νοικοκυριά είχαν επιπλέον αποθέματα από την πανδημία.

Στο μεταξύ, η τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών οργανισμών που εξυπηρετούν νοικοκυριά, αυξήθηκε κατά 6,5% το 2023 σε σύγκριση με το 2022, από 145,2 δισ. ευρώ σε 154,6 δισ. Ευρώ. Η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης ήταν βραδύτερη σε σύγκριση με το 2022 και από το 2021, αλλά ταχύτερη από κάθε άλλο έτος μεταξύ 2010 και 2020.

******

Η επιχειρηματική δραστηριότητα στην ευρωζώνη κατέγραψε και πάλι συρρίκνωση αυτό τον μήνα καθώς μειώθηκε η ζήτηση από την εγχώρια αγορά και το εξωτερικό, παρά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις μετά βίας αύξησαν τις τιμές τους, σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας της εταιρείας S&P Global.

Ο προκαταρκτικός σύνθετος δείκτης υπευθύνων προμηθειών HCOB (PMI), που καταρτίζεται από την S&P Global και θεωρείται καλός δείκτης για την πορεία των επιχειρήσεων του μεταποιητικού τομέα και του τομέα παροχής υπηρεσιών, αυξήθηκε οριακά στις 49,7 μονάδες αυτό τον μήνα από τις 49,6 τον Σεπτέμβριο. Ο δείκτης παρέμεινε χαμηλότερα από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση για δεύτερο συνεχή μήνα. Οικονομολόγοι σε έρευνα του Reuters ανέμεναν να διαμορφωθεί στις 49,8 μονάδες.

Ο δείκτης PMI για τον τομέα υπηρεσιών υποχώρησε στις 51,2 μονάδες αυτόν τον μήνα από τις 51,4 συγκριτικά με τις 51,5 που ανέμεναν οι αναλυτές σε έρευνα του Reuters.

Ο PMI για τη μεταποίηση ανήλθε τον Σεπτέμβριο στις 45,9 από τις 45,0 ένα μήνα νωρίτερα, ξεπερνώντας τις προβλέψεις των αναλυτών για πιο μέτρια αύξηση στις 45,3 μονάδες.