Τι συζήτησαν Στουρνάρας-τραπεζίτες για αναβαλλόμενο φόρο, σε καθοδική τροχιά τα επιτόκια χορηγήσεων και “καμπανάκι” Λαγκάρντ για τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας

Οι προτεραιότητες όσον αφορά την σχέση των τραπεζών με τον SSM, τα οικονομικά αποτελέσματα του γ’ τριμήνου αλλά και η πορεία της οικονομίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της συνάντησης των επικεφαλής των ελληνικών τραπεζών με τον Γ. Στουρνάρα.

Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα του αναβαλλόμενου φόρου (DTC) οι πληροφορίες αναφέρουν ότι όταν ολοκληρωθούν οι συζητήσεις μεταξύ της ελληνικής πλευράς και του SSM και ο επόπτης έχει δώσει το πράσινο φως θα επιταχυνθεί η αποπληρωμή. Εκτιμάται δε, με βάση τις προτάσεις που έχουν καταθέσει οι τράπεζες, ότι μπορεί η διαδικασία να έχει ολοκληρωθεί στις αρχές του 2030

Δεν αποκλείεται μία γεύση από την συμφωνία των δύο πλευρών να δοθεί κατά την διάρκεια της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων των τραπεζών, αρχής γενομένης από σήμερα με την Τράπεζα Πειραιώς.

Για την πιστωτική επέκταση οι διοικήσεις των τραπεζών τόνισαν ότι καταγράφεται ικανοποιητική πορεία και σε αυτό συμβάλλει η εκταμίευση των δανείων ύψους 3 δισ. ευρώ για την σύμβαση της Αττικής Οδού και αναμένεται εν τέλει οι τράπεζες να πλησιάσουν πιστωτική επέκταση που θα φτάνει στα 7-8 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους.

*******

Ο καθοδικός κύκλος των επιτοκίων του ευρώ, οδηγεί σε αποκλιμάκωση και τα τραπεζικά επιτόκια, κυρίως αυτά των χορηγήσεων.

Το Σεπτέμβριο του 2024, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,54%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων μειώθηκε στο 5,61%. Το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ των νέων καταθέσεων και δανείων μειώθηκε στις 5,07 εκατοστιαίες μονάδες. Όσον αφορά στα υφιστάμενα δάνεια το επιτόκιο μειώθηκε στο 5,97%.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος:

Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο, σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, στο 0,54%.

Ειδικότερα, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων μίας ημέρας από νοικοκυριά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,03%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των καταθέσεων από επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 0,19% από 0,16% τον προηγούμενο μήνα.

*ο μέσο επιτόκιο των καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια έως 1 έτος από νοικοκυριά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 1,86%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των καταθέσεων από επιχειρήσεις παρέμεινε αμετάβλητο στο 2,98%.

*******

Τον κώδωνα του κινδύνου ως προς τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας κρούει η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ σε συνέντευξή της στη γαλλική εφημερίδα Le Monde.

Σύμφωνα με την Ευρωπαία αξιωματούχο, το τεχνολογικό χάσμα ανάμεσα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ενδέχεται να μεγαλώσει τα επόμενα χρόνια λόγω της έλευσης και της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα χάσμα που όπως αναφέρει οφείλεται στην πολυπλοκότητα των νόμων που ισχύουν στην Ευρώπη, στις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις αλλά και στις αδυναμίες του ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού συστήματος.

Η Κριστίν Λαγκάρντ τάσσεται υπέρ της απλοποίησης του νομοθετικού πλαισίου που υπάρχει στην Ευρώπη αναφορικά με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, σημειώνοντας πως λόγω του περίπλοκου ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επιλέγουν τη μετεγκατάστασή τους στις ΗΠΑ.

Δηλώνει πως είναι αναγκαία η ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, σημειώνοντας ότι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να περιορίσουν τις εθνικές κυριαρχίες τους κάνοντας “κοινό ό,τι καλύτερο έχουν”.Τι συζήτησαν Στουρνάρας-τραπεζίτες

Ως προς τον κίνδυνο έντασης του προστατευτισμού στις ΗΠΑ, σε περίπτωση επικράτησης του Ντόναλντ Τραμπ, η Ευρωπαία αξιωματούχος, αποφεύγοντας να λάβει θέση υπέρ του ενός ή της άλλης υποψήφιας, σημειώνει ότι σε περίπτωση θρυμματισμού του διεθνούς εμπορίου θα μπορούσε να υπάρξει επιβράδυνση της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας που θα μπορούσε να φτάσει και το 9% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα ωστόσο δεν θεωρεί, πιθανή την επιστροφή της ύφεσης στην Ευρώπη το 2025, ή το 2026, ούτε άλλωστε και την επιστροφή του πληθωρισμού σε διψήφια ποσοστά, όπως συνέβη πριν από δύο χρόνια.

Η Κριστίν Λαγκάρντ δεν αποκλείει περαιτέρω μείωση των ευρωπαϊκών επιτοκίων, ενώ δεν θεωρεί, στο ορατό μέλλον, εφικτή την ανάπτυξη ενός συστήματος πληρωμών από τις χώρες BRICS που να είναι ικανό να παρακάμψει το δολάριο.