
Η FTSE Russell ανακοίνωσε το σχέδιο αναβάθμισης της Ελλάδας από «Advanced Emerging» σε «Developed Market» στους δείκτες FTSE GEIS, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αναθεώρησης ταξινόμησης.
Η αλλαγή θα τεθεί σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου 2026, παράλληλα με την εξαμηνιαία αναθεώρηση δεικτών, ενώ οι τελικές συνθέσεις θα βασιστούν στα στοιχεία του Ιουνίου 2026. Το εκτιμώμενο βάρος της Ελλάδας στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών παραμένει περιορισμένο, περίπου 0,05%–0,08%, συνεπώς οι εισροές από παθητικά επενδυτικά κεφάλαια αναμένονται συγκρατημένες αλλά θετικές.
Στους επιλέξιμους τίτλους περιλαμβάνονται μεγάλες και μεσαίες εταιρείες όπως Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, ΟΤΕ, ΔΕΗ και Allwyn, μαζί με εταιρείες μικρής κεφαλαιοποίησης.
Για τη μείωση της αναδιάρθρωσης (turnover), οι υφιστάμενες ελληνικές συμμετοχές θα θεωρηθούν ήδη ενταγμένα μέλη κατά τον έλεγχο επιλεξιμότητας.
Η FTSE έχει ήδη δημιουργήσει δείκτες «Watch List» που απεικονίζουν την Ελλάδα ως ανεπτυγμένη αγορά, με τελευταία επικαιροποίηση τον Μάρτιο του 2026.
Τα όρια κεφαλαιοποίησης για ένταξη και διαγραφή μετοχών σε περιφερειακό επίπεδο αναμένεται να προσαρμοστούν ήπια, διασφαλίζοντας ομαλή ενσωμάτωση στους δείκτες ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών αγορών.
Η επίσημη δημοσίευση της αναθεώρησης προγραμματίζεται για τις 21 Αυγούστου 2026, πριν την εφαρμογή της αλλαγής. Η αναβάθμιση σηματοδοτεί βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας στις διεθνείς χρηματαγορές, ενισχύοντας τη συμμετοχή της σε παγκόσμια χαρτοφυλάκια ανεπτυγμένων αγορών.
******
Παρά την άνοδο του Brent πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι, οι αγορές υψηλού ρίσκου εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, χωρίς μαζικά ξεπουλήματα όπως τα σοκ του 2022 ή της δεκαετίας του 1970. Οι βασικοί δείκτες, όπως ο S&P 500 και ο STOXX 600, κινούνται μόλις 5%-6% κάτω από τα ιστορικά υψηλά, ενώ οι απώλειες δεν ξεπέρασαν το 9%-10%, περιορίζοντας την ανάγκη για τεχνική διόρθωση.
Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, η συγκρατημένη αντίδραση βασίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες. Πρώτον, οι αγορές προεξοφλούν μια σύντομη διάρκεια των συγκρούσεων, με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης πετρελαίου σε μεγαλύτερους ορίζοντες να κινούνται σημαντικά χαμηλότερα από τις τρέχουσες τιμές. Δεύτερον, τα οικονομικά δεδομένα παραμένουν ισχυρά, με την αγορά εργασίας στις ΗΠΑ και τους δείκτες PMI στην Ευρώπη να δείχνουν ανάπτυξη, διαφοροποιώντας την τρέχουσα κρίση από προηγούμενα σοκ που οδήγησαν σε ύφεση. Τρίτον, οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες διατηρούν ήπια νομισματική πολιτική, σε αντίθεση με την έντονη αύξηση επιτοκίων σε προηγούμενες κρίσεις.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και σε περίπτωση μεγαλύτερης διόρθωσης, η ανάκαμψη μπορεί να είναι γρήγορη, όπως στα σοκ του 1979-1980, του Πόλεμου του Κόλπου το 1990-1991 και μετά το 2022. Η τρέχουσα κρίση δεν εμφανίζει σοβαρά χαρακτηριστικά στασιμοπληθωρισμού, ενώ η ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας και οι ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες στηρίζουν την προσδοκία ότι οι αγορές θα επανέλθουν γρήγορα σε ισχυρά επίπεδα.
******
Στη συνεδρίαση του Μαρτίου, η Fed διατήρησε το βασικό επιτόκιο δανεισμού στο 3,5%-3,75%, με ψήφους 11 υπέρ και 1 κατά.
Παρά το υψηλό επίπεδο αβεβαιότητας λόγω της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν και των δασμών, οι αξιωματούχοι εξακολουθούν να αναμένουν πιθανή μείωση επιτοκίων μέσα στο 2026, εάν ο πληθωρισμός υποχωρήσει προς τον στόχο του 2%.
Τα πρακτικά της FOMC επισημαίνουν ότι η Fed θα παραμείνει «ευέλικτη», αξιολογώντας την επίδραση των αυξήσεων τιμών πετρελαίου στην αγορά εργασίας και τα εισοδήματα των καταναλωτών.
Η απασχόληση παραμένει σταθερή, κυρίως στον τομέα της υγείας, ενώ οι κίνδυνοι για την αγορά εργασίας κλίνουν προς τα κάτω.
Η πρόσφατη εκεχειρία στο Ιράν μείωσε προσωρινά τις τιμές πετρελαίου, αλλά η διάρκειά της παραμένει αβέβαιη.
Ο πρόεδρος Τζερόμ Πάουελ σημείωσε ότι πρόωρη αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Οι αγορές αναμένουν σταθερή στάση αναμονής για το υπόλοιπο του έτους, ενώ η οικονομία δείχνει σημάδια επιβράδυνσης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται μόλις 0,7% το τέταρτο τρίμηνο 2025 και εκτιμώμενο 1,3% το πρώτο τρίμηνο 2026.
Η Fed παρακολουθεί στενά τον πληθωρισμό, τους δασμούς, την απασχόληση και τις διεθνείς συνθήκες, ώστε να προσαρμόσει εγκαίρως τη νομισματική πολιτική.


























