
Ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών οι ελληνικές τράπεζες και παρουσίασαν στο πρώτο τρίμηνο της χρονιάς βροχή κερδών, θέτοντας τις βάσεις για μια ακόμα καλή χρονιά.
Συγκριτικά, πέρυσι στο πρώτο τρίμηνο οι 4 συστημικές τράπεζες είχαν καθαρά κέρδη 1,086 δισ. ευρώ. Οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν να αυξήσουν τα καθαρά κέρδη πρώτου τριμήνου 3,3% παρά τις μειώσεις επιτοκίων στα δάνεια.
******
Η αρχή γίνεται με τη Fitch, που δίνει αυτή τη στιγμή τη βασική επενδυτική βαθμίδα «BBB-» με σταθερό outlook. Πληροφορίες αναφέρουν ότι το προηγούμενο διάστημα πραγματοποιήθηκε σειρά ψηφιακών επαφών του οίκου με το οικονομικό επιτελείο και κομβικούς φορείς της αγοράς, με τη ροή δεδομένων να κρίνεται θετική. Η αξιολόγηση της 16ης Μαΐου βασίζεται σε νέο κύκλο στοιχείων: ανάπτυξη 2,3%, πρωτογενές πλεόνασμα 4,8% του ΑΕΠ και μείωση του χρέους κατά 10,3% σε έναν χρόνο.
Ακολουθεί η Scope στις 30 Μαΐου, ο πρώτος ευρωπαϊκός οίκος που είχε ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα τον Αύγουστο του 2023. Αν και δεν αναμένονται αλλαγές στη βαθμολογία, σημασία θα έχουν οι παρατηρήσεις για την πορεία του 2024, αλλά και οι πρώτες εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ–ΕΕ στην ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία.
Εφόσον προκύψει θετική έκπληξη ή έστω βελτίωση των προοπτικών από τη Fitch, θα έχει συμπληρωθεί ένα συνεχόμενο θετικό σερί για την Ελλάδα πριν καν κλείσει το πρώτο εξάμηνο. Προηγήθηκαν ήδη η Moody’s τον Μάρτιο, η DBRS με σταθερές προοπτικές και η S&P που ανέβασε τη χώρα Μεγάλη Παρασκευή, αιφνιδιάζοντας θετικά τις αγορές.
Σύμφωνα με αναλυτές, ακόμη και χωρίς νέα αναβάθμιση εντός Μαΐου, το θετικό μομέντουμ δεν ανατρέπεται.
Το πρώτο αφορά τον στόχο το 2029 η Ελλάδα να μην είναι πλέον η πιο χρεωμένη χώρα στην Ευρώπη. Το δεύτερο, είναι η πρόωρη αποπληρωμή έως το 2031 των 31,6 δισ ευρώ που απομένουν για να “ σβήσουν” πλήρως οι υποχρεώσεις του πρώτου μνημονίου οι οποίες θα έπρεπε να εκπληρωθούν με ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις από το 2029 έως το 2041.
Στόχος των κινήσεων αυτών του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Οργανισμού για τη Διαχείριση του Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), είναι να σταλεί ακόμη ένα ισχυρό μήνυμα αξιοπιστίας στις αγορές, να θωρακιστεί η ελληνική οικονομία από ενδεχόμενες αναταράξεις στο διεθνές περιβάλλον και να αφήσει πίσω της βάρη του παρελθόντος που θα έπρεπε να “ σηκώσει”, την ερχόμενη δεκαετία. Ετσι, περισσότεροι πόροι από τις δημοσιονομικές επιδόσεις της οικονομίας, αντί για την εξυπηρέτηση υποχρεώσεων του παρελθόντος θα μπορούν να κατευθυνθούν για την ισχυροποίηση της ανάπτυξης και τη διανομή μερίσματος στους πολίτες.
Κλειδί στη στρατηγική αυτή είναι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που επιτυγχάνει ο προϋπολογισμός αφενός λόγω των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και αφετέρου λόγω των μέτρων περιορισμού της φοροδιαφυγής που ελήφθησαν τα τελευταία χρόνια.
Εξαιτίας των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας ανέρχονται σήμερα σε ύψος-ρεκόρ στα 44,1 δισ ευρώ. Πρόκειται για το “ μαξιλάρι” ασφαλείας που αποτελεί το εργαλείο με βάση το οποίο έχει καταρτιστεί το σχέδιο ταχύτερης αποκλιμάκωσης του χρέους.
Τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου επιτρέπουν επίσης στον ΟΔΔΗΧ να προχωρά σε στοχευμένες κινήσεις εκδόσεων ομολόγων που αφορούν στη διαχείριση του χρέους.





























