Απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου: «Ναι» στη δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο στοιχείων μεγαλοφειλετών του δημοσίου.

Ο προσφεύγων στο ευρωπαϊκό δικαστήριο άσκησε προσφυγή για παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) γιατί η φορολογική αρχή, δημοσιοποίησε στο διαδίκτυο  φορολογικούς καταλόγους με τα προσωπικά του στοιχεία ως μεγάλος «φοροφυγάς». Οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν περιλάμβαναν το όνομά του, τη διεύθυνση κατοικίας, το ΑΦΜ και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής του.

Το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι η δημοσιοποίηση  από δημόσια αρχή πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτική ζωή ενός ατόμου ισοδυναμεί με παρέμβαση στο άρθρο 8 § 1 της ΕΣΔΑ, και για να  θεωρείται «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» πρέπει  να εξυπηρετεί επιτακτική ανάγκη.

Το ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δκαιωμάτων δέχτηκε ότι το επίμαχο  μέτρο είχε καθοριστεί για την αντιμετώπιση του κινδύνου στρέβλωσης του φορολογικού συστήματος,  εξυπηρετούσε  «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και το κράτος περιόρισε τις συνέπειες για τα άτομα που αφορούσε, με την δημοσιοποίηση των στοιχείων σε μία φορολογική πύλη που ουσιαστικά  την επισκέπτονταν όσοι είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτό. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των στοιχείων ήταν απαραίτητη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και ενέπιπτε στην διακριτική ευχέρεια του κράτους. Δεδομένου ότι είχε περιορισμένη επίδραση στην ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος, δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων  L.B., είναι Ούγγρος υπήκοος που γεννήθηκε το 1966 και ζει στη Βουδαπέστη.

Η προσφυγή αφορούσε δημοσίευση των προσωπικών δεδομένων του από τις φορολογικές αρχές στο Διαδίκτυο για μη καταβολή φόρων.

Στις 27.01.2016, η Εθνική Φορολογική και Τελωνειακή Αρχή δημοσίευσε τα προσωπικά στοιχεία του προσφεύγοντος  σε φορολογικούς καταλόγους στον ιστότοπό της, όπως προβλέπεται από τη σχετική εθνική νομοθεσία για τα άτομα των οποίων οι ληξιπρόθεσμες οφειλές  ξεπερνούσαν τα 10 εκατομμύρια φιορίνια της Ουγγαρίας (περίπου 28.000 ευρώ).

Οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν περιελάμβαναν το όνομα του προσφεύγοντος, τη διεύθυνση κατοικίας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής του.

Στη συνέχεια εμφανίστηκε επίσης σε μια λίστα «μεγάλων οφειλετών» στον ιστότοπο των φορολογικών αρχών, ενώ μία ενημερωτική ιστοσελίδα  δημιούργησε έναν διαδραστικό χάρτη των φορολογουμένων – οφειλετών και τόνισε  τη διεύθυνση κατοικίας του με κόκκινη κουκκίδα.

Στηριζόμενος στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής) της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι  η δημοσίευση του ονόματός του και άλλες λεπτομέρειες στους φορολογικούς καταλόγους δεν ήταν απαραίτητη, υποστηρίζοντας ότι ο κύριος λόγος ήταν ο δημόσιος διασυρμός του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Είναι πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι η αποδέσμευση ή χρήση από δημόσια αρχή πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτική ζωή ενός ατόμου ισοδυναμεί με παρέμβαση στο άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης.

Γενικές αρχές

Μια παρέμβαση θεωρείται «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη ενός νόμιμου στόχου εάν εξυπηρετεί «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και, ιδίως, εάν είναι ανάλογη με τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό και εάν οι λόγοι που προβάλλουν οι εθνικές αρχές για να τη δικαιολογήσουν είναι «σχετικοί και επαρκείς».

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι το κράτος είχε επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του προσφεύγοντος να προστατεύσει το δικαίωμά του στο σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής και του συμφέροντος της κοινότητας ως συνόλου και τρίτων, όπως επικαλέστηκε η κυβέρνηση.

Το Δικαστήριο δεν εκτίμησε ως παράλογο το γεγονός ότι το κράτος θεωρεί ως απαραίτητο να προστατεύσει το γενικό οικονομικό του συμφέρον για την είσπραξη δημόσιων εσόδων μέσω δημόσιου ελέγχου που αποσκοπεί στην αποτροπή αθέτησης υποχρεώσεων από τα άτομα.

Εκτός από τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας στο σύνολό τους σε ένα λειτουργικό φορολογικό σύστημα, η κυβέρνηση αναφέρθηκε επίσης στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων των ιδιωτών, δηλαδή των δυνητικών επιχειρηματικών εταίρων. Το Δικαστήριο δεν βρήκε κανένα λόγο να αμφισβητήσει την ιδέα ότι κάθε άτομο που επιθυμεί να δημιουργήσει οικονομικές συνεργασίες με άλλους,  έχει συγκεκριμένο συμφέρον να λάβει πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση ενός άλλου ατόμου με τις φορολογικές του υποχρεώσεις και, τελικά, την καταλληλότητά του να συνεργαστεί με αυτό, ιδιαίτερα όταν φοροδιαφεύγει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεδομένου ότι η πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες έχουν επίσης αντίκτυπο στις ιδιωτικές εμπορικές συναλλαγές και στη λειτουργία της οικονομίας, το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η αποκάλυψη σε φορολογικούς καταλόγους των προσώπων που οφείλουν μεγάλο ποσό φόρου,  είχε αξία πληροφόρησης για το κοινό σε ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Μια τέτοια δημοσίευση δεν αφορούσε ένα καθαρά ιδιωτικό ζήτημα.

Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι ο νόμος περί φορολογίας εισοδήματος, ο οποίος ήταν η βάση του επίμαχου μέτρου, προέβλεπε τη δημοσίευση των προσωπικών στοιχείων των μεγάλων φορολογουμένων και των μεγάλων οφειλετών.  Η δημοσίευση σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3 και το άρθρο 55 παρ. 5 του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος επιτρέπεται μόνο για τους ιδιώτες των οποίων οι οφειλές  υπερβαίνουν τα 10 εκατομμύρια HUF (περίπου 28.000 ευρώ), το οποίο ποσό, δεδομένης της οικονομικής πραγματικότητας της σύγχρονης Ουγγαρίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί  ως ασήμαντο.

Επιπλέον, η δημοσίευση των  προσωπικών δεδομένων  των μεγάλων οφειλετών σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 5 του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος υπόκεινται στην προϋπόθεση ότι τα θιγόμενα άτομα δεν είχαν εκπληρώσει τις φορολογικές τους υποχρεώσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον 180 ημερών. Έτσι, η νομοθεσία έκανε διάκριση μεταξύ των φορολογουμένων, βάσει σχετικών κριτηρίων. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι το μέτρο είχε καθοριστεί για την αντιμετώπιση του κινδύνου στρέβλωσης του φορολογικού συστήματος και ότι ο νομοθέτης περιόρισε κάθε αρνητική επίπτωση αυτής της δημοσίευσης σε εκείνους των οποίων η συμπεριφορά ήταν η πιο επιζήμια για την εισοδηματική πολιτική του κράτους.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η επίμαχη δημοσίευση αφορούσε το όνομα, τη διεύθυνση κατοικίας του προσφεύγοντος, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και το ποσό του μη καταβληθέντος φόρου που οφείλει. Παρόλο που αυτά τα δεδομένα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν οικεία στοιχεία που συνδέονται με την ταυτότητα του προσφεύγοντος, παρείχαν αρκετές πληροφορίες γι’ αυτόν.

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο φορολογικός κατάλογος των φορολογούμενων  θα ήταν άσκοπος εάν δεν επέτρεπε τον προσδιορισμό των εν λόγω φορολογουμένων. Ενώ είναι αλήθεια ότι ένα όνομα είναι ένα από τα πιο κοινά μέσα αναγνώρισης κάποιου, στο παρόν πλαίσιο, είναι σαφές ότι η δημοσιοποίηση  μόνο του ονόματος και του επωνύμου ενός φορολογούμενου, δεν θα καθιστούσε δυνατή τη διάκρισή του από άλλα άτομα. Η δημοσίευση αυτών των προσωπικών δεδομένων δεν θα ήταν αρκετή για την εκπλήρωση του σκοπού της δηλαδή να διευκολύνει τον δημόσιο έλεγχο της φοροδιαφυγής. Επιπλέον, ένας κατάλογος που περιορίζεται στα ονόματα των φορολογουμένων θα ήταν πιθανό να παρέχει ανακριβείς πληροφορίες και να συνεπάγεται επιπτώσεις για άτομα με το ίδιο όνομα.

Το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την άποψη του νομοθέτη ότι, υπό τις περιστάσεις, ήταν απαραίτητος ένας συνδυασμός αναγνωριστικών στοιχείων για να εξασφαλιστεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητα του συστήματος. Εκτός αυτού, ο προσφεύγων  δεν πρότεινε, και το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, ότι η δημοσίευση οποιωνδήποτε άλλων στοιχείων αναγνώρισης εκτός από εκείνα που στην πράξη δημοσιεύτηκαν,  θα ήταν προφανώς λιγότερο επαχθής ή θα αποτελούσε μικρότερη  παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής.

Είναι σημαντικό επίσης να τονιστεί σε αυτό το σημείο ότι η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου υποστηρίζει ότι ο κίνδυνος βλάβης από περιεχόμενο και αναρτήσεις  στο Διαδίκτυο για την άσκηση και την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ιδίως του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, είναι σίγουρα υψηλότερος από αυτό που διακυβεύει ο Τύπος.

Στην παρούσα υπόθεση, η δημοσίευση είχε ως στόχο να παράσχει στο ευρύ κοινό μια εικόνα για την κατάσταση του χρέους των οφειλετών. Αντιστοιχούσε στο ενδιαφέρον όλων να γνωρίζουν ποιος οφείλει χρήματα στην φορολογική αρχή και σε ολόκληρη την κοινότητα.

Επιπλέον, το Δικαστήριο  είχε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η ανάρτηση των μεγάλων οφειλετών, που εμφανίζεται στα ουγγρικά στον ιστότοπο της φορολογικής αρχής, θα είχε προσελκύσει την προσοχή του κοινού – σε όλο τον κόσμο – από πρόσωπα εκτός των ενδιαφερομένων. Αντίθετα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή δημοσίευσης, η δημοσίευση μέσω μιας πύλης που έχει οριστεί για φορολογικά θέματα εξασφάλιζε ότι αυτές οι πληροφορίες διανεμήθηκαν με τρόπο λογικά υπολογισμένο για να φτάσουν σε εκείνους που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτό, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την αποκάλυψη σε όσους δεν είχαν κανένα τέτοιο ενδιαφέρον.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σοβαρή παρέμβαση στην προσωπική σφαίρα του προσφεύγοντος. Δεν φαίνεται ότι η δημοσιοποίηση των προσωπικών του δεδομένων είχε μεγαλύτερη βαρύτητα για την  ιδιωτική του ζωή από ό,τι ήταν απαραίτητο για την προώθηση του νόμιμου συμφέροντος του κράτους.

Δεδομένου του συγκεκριμένου πλαισίου στο οποίο δημοσιεύθηκαν οι επίμαχες πληροφορίες, του γεγονότος ότι η δημοσίευση είχε σχεδιαστεί για να εξασφαλίσει τη διαθεσιμότητα και την προσβασιμότητα πληροφοριών προς το δημόσιο συμφέρον και την περιορισμένη επίδραση της δημοσίευσης στη καθημερινή ζωή του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η δημοσίευση εμπίπτει εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Ουγγαρίας.

Το ΕΔΔΑ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, σύμφωνα με το  άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.