Axia Ventures: Ανεβάζει τον πήχη για τη μετοχή του ομίλου ΓΕΚ-Τέρνα – «Στο φουλ οι μηχανές»

TSAKONA BRIDGE, TERNA, 20-21 FEB 2016

Με τίτλο «άναμα όλων των κυλίνδρων», η AXIA Ventures εξέδωσε επενδυτική αναφορά για τον όμιλο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και τη μετοχή του.

Αναφέρει πως ο όμιλος είναι ηγέτης στις επενδύσεις σε υποδομές στην Ελλάδα, κατέχοντας ένα προσοδοφόρο χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζει
ορατότητα ταμειακών ροών, μαζί και υγιή δομή, στοιχεία που επιτρέπουν στη διοίκηση να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να αξιοποιεί νέες ευκαιρίες.

Σύμφωνα με την Axia Ventures αναμένεται για την περίοδο 2021-23 λειτουργικά κέρδη (EBITDA) και ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή 18,5% και 55,5% αντίστοιχα.

Ετσι, αυξάνεται η τιμή στόχος για τη μετοχή σε 10,90 ευρώ έναντι 8,80 ευρώ που ήταν η προηγούμενη σύσταση. Η τιμή της μετοχής έκλεισε στο Χρηματιστήριο την Τρίτη στα 8,23 ευρώ.

Αναμένουμε αύξηση των εσόδων του Ομίλου κατά 14,0% ετησίως κατά την περίοδο 2020-23, που θα επέλθει σαν αποτέλεσμα:

  • αύξηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας (εκτιμώμενη + 15,4% ετησίως)
  • προσθήκη χωρητικότητας στο τμήμα ΑΠΕ (θα αυξηθεί κατά ~ 600MW το 2019-23, και
  • αύξηση του όγκου κυκλοφορίας στις παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων.

Το ανεκτέλεστο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ από 1,5 δισ. ευρώ σήμερα, αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τους επόμενους μήνες μετά και την υπογραφή νέων έργων (επέκταση βόρειου τμήματος του αυτοκινητόδρομου Ε-65 ~ 450 εκ. ευρώ) και του IRC (Integrated Resort Casino) του Ελληνικού (συμβόλαιο 0,8 δισ. ευρώ).

Μαζί με την έναρξη της σύμβασης του αεροδρομίου του Καστελίου το 2020 και την ολοκλήρωση της νότιας επέκτασης του E-65 (έχει ολοκληρωθεί κατά 60%), αναμένουμε ότι η κατασκευαστική δραστηριότητα της εταιρείας θα επιταχύνει τον ρυθμό της.

Επίσης, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει ήδη καταθέσει προσφορές για έργα άνω των 2,0 δισ. ευρώ.

 

Σημειώνουμε ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ κατέχει μερίδιο αγοράς ~ 30% στην ελληνική αγορά με την στρατηγική της εταιρείας να επικεντρώνεται στα έργα παραχώρησης / ΣΔΙΤ, επιτρέποντας καλύτερη ορατότητα στις προδιαγραφές των έργων, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τον κίνδυνο υπερβολικού κόστους και τις καθυστερήσεις εκτέλεσης.