Εκδικητικά επιτόκια για μικρομεσαίους εν μέσω πανδημίας

γράφει ο Χρήστος Ιωάννου

Τους τελευταίους μήνες αναδεικνύεται όλο και πιο έντονα το πρόβλημα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και κυρίως των μικρομεσαίων. Το πρόβλημα γίνεται χειρότερο όταν αυτές οι επιχειρήσεις βρουν τελικά το δρόμο για να δανειστούν. Ας δούμε γιατί…

Την Πέμπτη 7/4/2020 το υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων εξέδωσε δελτίο τύπου όπου αναφέρει ότι η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ) από τον περασμένο Απρίλιο κατάφερε να μοχλεύσει 2,78 δισ. ευρώ από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους (μέσω δύο χρηματοδοτικών προγραμμάτων ΤΕΠΙΧ ΙΙ και Ταμείο Εγγυοδοσίας COVID-19),  δημιουργώντας μέσω του τραπεζικού συστήματος συνολική ρευστότητα ύψους 8,6 δισ. ευρώ».

Φυσικά δεν πρόκειται για κανένα κατόρθωμα αφού αυτή είναι η δουλειά της Αναπτυξιακής Τράπεζας. Όμως το ζήτημα είναι που πήγαν αυτά τα χρήματα και με τι επιτόκιο δόθηκαν τα δάνεια. Διότι το ύψος του επιτοκίου το καθορίζουν οι τράπεζες οι οποίες συμμετέχουν στα προγράμματα αυτά και χορήγησαν ένα σημαντικό μέρος των δανείων (5,82 δισ.) που κατέληξε στις επιχειρήσεις. Και μπορεί αυτό το «κατόρθωμα» να αποβεί μοιραίο για τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με επιχειρηματίες, οι οποίοι διοικούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις και έλαβαν τέτοιες χρηματοδοτήσεις, οι τράπεζες χορήγησαν δάνεια με επιτόκιο που ξεπερνούσε το 6%. Μιλούν για 6,1% και για 6,2%. Ποσοστό, που αποτελεί ιδιαίτερα αυξημένο κόστος κεφαλαίου σε κανονικές συνθήκες. Το κόστος αυτό αναμένεται να οδηγήσει αρκετές εταιρείες σε αδυναμία πληρωμών. Στην καλύτερη περίπτωση, οι επιχειρήσεις θα πουληθούν, δεδομένου ότι τα χρήματα αυτά δεν πρόκειται να επιστραφούν διότι αρκετές επιχειρήσεις τα έλαβαν όχι για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους αλλά για να καλύψουν δαπάνες και ζημιές λόγω της πανδημίας και της κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας. Στη χειρότερη περίπτωση τα δάνεια θα γίνουν κόκκινα και οι επιχειρήσεις θα πτωχεύσουν (με το νέα μάλιστα πτωχευτικό κώδικα τα παίρνουν όλα).

Το γεγονός αυτό, δηλαδή του αυξημένου κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων κατά την περίοδο της πανδημίας αποτυπώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.  Σύμφωνα με αυτά, το επιτόκιο για ποσά δανείων έως 250.000 ευρώ προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανήλθε στο τέλος Νοεμβρίου σε 5,99%. Μάλιστα, η πορεία του επιτοκίου μέχρι το καλοκαίρι του 2020 εμφάνιζε αποκλιμάκωση – αργή μεν, σταθερή δε – από τον Αύγουστο του 2020 και μετά εκτοξεύτηκε κατά 169 μονάδες βάσης (1,69%) και συγκεκριμένα από 4,31% σε 5,99%. Αυτό δείχνει ότι οι τράπεζες ξανα-τιμολόγησαν τον κίνδυνο, ότι δεν έχουν ρευστότητα και ότι δεν θέλουν να δανείζουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ανατρέχοντας σε στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος του παρελθόντος θα διαπιστώσει κάποιος ότι υψηλότερο από το τρέχον κόστος κεφαλαίου πλήρωναν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τον Ιούλιο του 2016 (6,18%) και παρόμοιο τον Δεκέμβριο του 2015 (5,91%), όταν η οικονομία αντιμετώπιζε πρωτοφανείς προκλήσεις για τρίτη φορά μέσα σε λίγα χρόνια από το 2010 και προσπαθούσε να συνέλθει από την περιπέτεια το πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης Τσίπρα.

Η μείωση των αποδόσεων των ομολόγων του δημοσίου δεν περνάει στην οικονομία 

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν και κάτι άλλο. Ότι η μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και κατ΄επέκταση η δυνατότητα του ελληνικού δημοσίου να δανείζεται με χαμηλότερο κόστος – παρατηρούνται μέχρι και αρνητικές αποδόσεις – δεν έχει περάσει στην οικονομία με εξαίρεση τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.

Συνεπώς, μπορεί η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης να πανηγυρίζει για τη μόχλευση, αλλά στην πράξη κάποιοι υποφέρουν και εάν η οικονομία δεν επιστρέψει σε πολύ υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, τότε οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις με δανεισμό 6% θα αφανιστούν. Και στην καλύτερη περίπτωση όπως αναφέρθηκε θα πουληθούν γιατί οι ξένες μικρομεσαίες εταιρείες δανείζονται με το 1/3 του ελληνικού επιτοκίου και συγκεκριμένα με 2,01% όπως καταγράφεται στα τελευταία στοιχεία για τον μήνα Νοέμβριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που δημοσιεύτηκαν προσφάτως.

Ίσως βέβαια αυτός να είναι ο στόχος έτσι ώστε να αλλάξει η δομή της ελληνικής οικονομίας και να δημιουργηθούν μεγαλύτερες και πιο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.