
Θετική φαίνεται πως είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην προοπτική να διανείμουν οι ελληνικές τράπεζες μερίσματα, προχωρώντας στις πρώτες πληρωμές των μετόχων τους μετά από πάνω από μια δεκαετία.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το πρακτορείο Bloomberg, οι αποδόσεις των μετόχων φέτος θα είναι μικρότερες από ό,τι είχαν ζητήσει οι διοικήσεις των τραπεζών, ωστόσο ακόμη η απόφαση δεν είναι οριστική. Μάλιστα το Bloomberg ζήτησε από την ΕΚΤ να σχολιάσει, αλλά οι αξιωματούχοι της αρνήθηκαν να το επιβεβαιώσουν.
Η τελευταία φορά που μια μεγάλη ελληνική τράπεζα πλήρωσε μέρισμα ήταν το 2008, πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση και λίγο πριν ξεκινήσει η κρίση χρέους της χώρας το 2010. Έκτοτε, ο κλάδος έχει ανακεφαλαιοποιηθεί ως μέρος των προγραμμάτων διάσωσης της Ελλάδας, εξαιτίας του μεγάλου όγκου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Η ΕΚΤ αναμένεται να επιτρέψει τις πληρωμές αφού οι ελληνικές τράπεζες μείωσαν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και αύξησαν την οικονομική τους ισχύ, ενώ η οικονομία επανέρχεται σταδιακά στην κανονικότητα. Το χρέος της χώρας ανέκτησε το καθεστώς της επενδυτικής βαθμίδας το 2023.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Πειραιώς και Εθνική Τράπεζα) έχουν ήδη ενσωματώσει τη διανομή μερίσματος φέτος στα σχέδιά τους, εν αναμονή των σχετικών εγκρίσεων από τις αρχές.
******
Θετικούς για τις τράπεζες και τα καλυμμένα ομόλογα τους θεωρεί η Moody’s τους νέους κανόνες που ανακοίνωσε η Τράπεζα της Ελλάδος για τα στεγαστικά δάνεια. Όπως σημειώνουν οι αναλυτές του οίκου αξιολόγησης, τα νέα όρια στα δάνεια περιορίζουν το ρίσκο στον κλάδο, δημιουργώντας ένα «μαξιλάρι» έναντι της πτώσης στις τιμές των ακινήτων αλλά και ένα ελάχιστο «πάτωμα» στα οικονομικά του δανειολήπτη.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα νέα όρια που ανακοίνωσε πρόσφατα η ΤτΕ, το ύψος του δανείου που μπορεί να πάρει κάποιος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 80% της εμπορικής αξίας του ακινήτου ή το 90% εάν είναι νέος αγοραστής. Παράλληλα, η δόση του δανείου που δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος ή το 50% εάν πρόκειται για νέο αγοραστή. Τα μέτρα θα τεθούν σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2025.
Όπως εξηγεί η Moody’s, οι νέοι αυτοί κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται αφότου οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 54% την τελευταία πενταετία, παρέχουν ένα «μαξιλάρι» για τα νέα στεγαστικά δάνεια έναντι της πιθανής πτώσης της αγοράς. Σε ένα πιθανό σενάριο πτώσης των τιμών, ένα δάνειο που εκδόθηκε στο αποκορύφωμα της αγοράς ωφελείται από μία προστασία της τάξης του 20% πριν η αξία του ακινήτου πέσει κάτω από την αξία του δανείου.
Την ίδια στιγμή, το όριο στη μηνιαία δόση του δανείου διασφαλίζει ότι ο δανειολήπτης έχει επαρκείς ταμειακές ροές για την εξυπηρέτηση του στεγαστικού του.
Αυτή τη στιγμή, η αύξηση του μέσου σταθμισμένου επιτοκίου στα στεγαστικά έχει αντισταθμιστεί από την παρόμοια αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Όμως, με δεδομένο τον επίμονο πληθωρισμό και την αβεβαιότητα γύρω από τα επιτόκια, το όριο θα διασφαλίσει ότι οι δανειολήπτες θα έχουν αρκετό διαθέσιμο εισόδημα για να απορροφήσουν το κόστος ζωής, σημειώνει η Moody’s.
******
Τα προσαρμοσμένα με τον πληθωρισμό επιτόκια είναι πολύ πάνω από τα χαμηλά επίπεδα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ενώ η μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη παραμένει αδύναμη. Τα επίμονα υψηλότερα επιτόκια ανεβάζουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, αυξάνοντας τις δημοσιονομικές πιέσεις στα κράτη και θέτουν κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αναφέρει έκθεση του ΔΝΤ σχετικά με τις προκλήσεις που επιφυλάσσουν για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας τα υψηλά επιτόκια, το αυξανόμενο χρέος και η αδύναμη ανάπτυξη.
Δημιουργείται έτσι μια αρνητική δυναμική, στον μετριασμό της οποίας μπορεί να συμβάλει η αποφασιστική και αξιόπιστη δημοσιονομική δράση που θα φέρει σταδιακά τα επίπεδα του παγκόσμιου χρέους σε πιο βιώσιμα επίπεδα.
Η βιωσιμότητα του χρέους, αναφέρει η έκθεση του ΔΝΤ, εξαρτάται από τέσσερα βασικά συστατικά: πρωτογενή ισοζύγια, πραγματική ανάπτυξη, πραγματικά επιτόκια και επίπεδα χρέους. Τα υψηλότερα πρωτογενή ισοζύγια -το πλεόνασμα των δημοσίων εσόδων έναντι των δαπανών εξαιρουμένων των πληρωμών τόκων- και η ανάπτυξη συμβάλλουν στην επίτευξη της βιωσιμότητας του χρέους, ενώ τα υψηλότερα επιτόκια και τα επίπεδα χρέους καθιστούν την επίτευξη της βιωσιμότητας πιο δύσκολη.
Την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζουμε υψηλότερα επίπεδα χρέους, το μακροοικονομικό περιβάλλον έχει γίνει λιγότερο ευνοϊκό. Οι μεσοπρόθεσμοι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένεται να συνεχίσουν να μειώνονται λόγω της μέτριας αύξησης της παραγωγικότητας, των ασθενέστερων δημογραφικών στοιχείων, των αδύναμων επενδύσεων και των πληγών που έχει αφήσει η πανδημία. Σε αυτό το πλαίσιο, τα αυξημένα πραγματικά μακροπρόθεσμα επιτόκια θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικές προκλήσεις.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ οι χώρες θα πρέπει να αρχίσουν να αποκαθιστούν σταδιακά και αξιόπιστα τα δημοσιονομικά αποθέματα και να διασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους τους.
Για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τα τεστ αντοχής θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις επιπτώσεις στις τράπεζες και τις μη τράπεζες από τα υψηλότερα κρατικά επιτόκια και τις πιθανές εξάρσεις έλλειψης ρευστότητας στην αγορά.
Τέλος οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να αναβληθούν.





























