Ιδιοκτήτες παιδικών σταθμών: «Παντελής απουσία της πολιτείας»

Σε μια Ελλάδα που μαστίζεται από έντονο δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο αναμένεται να γίνει ακόμα μεγαλύτερο τα επόμενα χρόνια, οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον ευαίσθητο κλάδο των ιδιωτικών παιδικών σταθμών εκφράζουν τις έντονες διαμαρτυρίες τους για τα… ανύπαρκτα μέτρα και τη δύσκολη επόμενη ημέρα για την επιβίωσή τους, εν μέσω πανδημίας

της Μαρίας Μπακοπούλου 

Μετά από έξι δύσκολους μήνες στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η δίμηνη διακοπή των βαθμίδων εκπαίδευσης, η νέα παιδαγωγική χρονιά σύμφωνα με στοιχεία από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιωτικών Παιδικών Σταθμών (ΠΟΣΙΠΣ) ξεκίνησε πριν μερικές εβδομάδες με τους χειρότερους δυνατούς οιωνούς.

Αυτό μεταφράζεται σε μείωση των προνηπίων (λόγω της υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης) κατά 40 -60 %, ελάττωση των προ-προνηπίων (ηλικίας 2,5 έως 3 ετών και 9 μηνών) κατά 30-45 %, καθώς και μείωση των βρεφών (ηλικίας από μηνών έως 2,5 ετών) κατά 20-30%.

Όλα αυτά σε έναν κλάδο που απασχολεί πάνω από 20.000 εργαζομένους και διαπαιδαγωγεί καθημερινά πάνω από 50.000 παιδιά σε όλη τη χώρα.

Με μελανά χρώματα περιγράφει στο THECEO.GR ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Παιδικών Σταθμών (ΠΟΣΙΠΣ) κ. Γιώργος Σταθόπουλος την κατάσταση που βίωσαν τους προηγούμενους μήνες και συνεχίζουν να βιώνουν, μετά και από τη φετινή έναρξη της σχολικής χρονιάς, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες του κλάδου. Εσχάτως αντιμετωπίζουν ένα ακόμα φαινόμενο: την αδιαφορία της πολιτείας στα αιτήματά τους. 

«Η πολιτεία κατά τη διάρκεια της επέλασης του Covid 19 θα έλεγα ότι για εμάς, τους επιχειρηματίες–ιδιοκτήτες ιδιωτικών παιδικών σταθμών, δεν ήταν εκεί. Κανένας από τους αρμόδιους φορείς στους οποίους απευθυνθήκαμε από τον προηγούμενο Απρίλιο, δεν απάντησε σε κανένα από τα διαρκή ερωτήματά μας, σε καμία από τις διαμαρτυρίες μας, δεν ενστερνίστηκε καμία από τις αγωνίες μας για την επιβίωση και την επόμενη ημέρα.

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι κάποια μέτρα, όπως η απορρόφηση των ασφαλιστικών εισφορών από το κράτος, η έκπτωση 40% στα ενοίκια για περιορισμένους μήνες και η επιστρεπτέα προκαταβολή ακούμπησαν και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μας, αλλά δεν έλυσαν τελικά τα προβλήματά μας».

Επισημαίνει, μάλιστα ότι κάποια από αυτά δημιούργησαν πρόσθετα αδιέξοδα:  «Η αλήθεια είναι ότι κάποια από αυτά αποδείχθηκαν… δώρον άδωρον και δημιούργησαν στη συνέχεια πολλά αδιέξοδα ,αφ’ ενός λόγω των ιδιαιτεροτήτων του κλάδου μας και αφ’ ετέρου λόγω της ύπαρξης επιδοτούμενων προγραμμάτων όπως η δράση “Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής” του Ε.Π. ΕΣΠΑ, καθώς και των ετήσιων συμβάσεων με ΔΕΚΟ, τράπεζες και οργανισμούς, περιπλέκοντας τη συμμετοχή μας ή μη στις εξαγγελθείσες πηγές χρηματοδότησης».

 Ο κ. Σταθόπουλος κάνει λόγο για την υποβολή συνεχών υπομνημάτων στους αρμόδιους υπουργούς, χωρίς όμως θετική κατάληξη: «Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι αυτή την ασάφεια προσπαθήσαμε τους προηγούμενους μήνες -τόσο με σειρά υπομνημάτων και συναντήσεις με την αρμόδια υφυπουργό κ. Δόμνα Μιχαηλίδου και τον υπουργό Εργασίας κ. Γιάννη Βρούτση, να την ξεκαθαρίσουμε, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Επίσης η απουσία δημοκρατικού διαλόγου και αποφάσεων από τους αρμόδιους φορείς δεν ανέδειξε ούτε υποστήριξε δικαιώματα των Ιδιοκτητών των ιδιωτικών Δομών έναντι της μοναδικής οικονομικής πηγής που διαθέτουμε, τους γονείς.

Ο κ. Γιώργος Σταθόπουλος αναφέρει και το γεγονός ότι ο κλάδος βρέθηκε άθελά του στο μέσο μιας αντιπαράθεσης με τους γονείς των παιδιών, λόγω της ανετοιμότητας του κράτους.

«Επί της ουσίας, βρεθήκαμε, χωρίς να το επιθυμούμε, στο μέσο μιας αντιπαράθεσης με τους γονείς των παιδιών γιατί δεν υπήρχε ξεκαθαρισμένο τοπίο σχετικά με την καταβολή ή όχι των διδάκτρων τους μήνες του lockdown, με αποτέλεσμα η αυθαίρετη ερμηνεία της κάθε πλευράς να δημιουργήσει τριβές, οι οποίες επηρέασαν, σε κάποιες περιπτώσεις, αρνητικά την επιστροφή των παιδιών τον Σεπτέμβριο, στο φυσικό τους χώρο.

Ωστόσο, στη φάση που βρισκόμαστε τώρα δεν είναι ζητούμενο το “ποιος και γιατί δεν βοήθησε τον κλάδο μας”, αλλά να βρεθούν, ακόμα και την ύστατη στιγμή, λύσεις στα προβλήματά μας.

Σήμερα, η αβεβαιότητα για το επαγγελματικό μας μέλλον και η εξαφάνιση κάθε ελπίδας για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας των συνεργατών μας, δημιουργούν ένα «κοκτέιλ»  αρνητικών συναισθημάτων τα οποία καθορίζουν το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί.

Εντείνεται, δε, ακόμα περισσότερο από το συνεχιζόμενο ανύπαρκτο ενδιαφέρον των αρμόδιων φορέων και τη μη ανταπόκρισή τους στις τεκμηριωμένες μας προτάσεις. Εξακολουθούμε να είμαστε μετέωροι και ανησυχούμε ακόμα μπροστά στην πιθανότητα ενός δεύτερου lockdown».