Έκλεισε ο κύκλος των αναβαθμίσεων για το ΧΑ με τον Stoxx, πρόωρο τέλος για το «Σπίτι μου ΙΙ» και υπέρβαση στόχων στον προϋπολογισμό με «καύσιμο» τον ΦΠΑ

Η μετάβαση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις ανεπτυγμένες αγορές εισέρχεται στην τελική της φάση, με τον οίκο Stoxx να ορίζει ως ημερομηνία εφαρμογής την 21η Σεπτεμβρίου 2026. Η εξέλιξη αυτή ακολουθεί αντίστοιχες αποφάσεις των FTSE Russell και S&P Dow Jones Indices, ενώ η ένταξη στους δείκτες του MSCI αναμένεται τον Μάιο του 2027. Συνολικά, πρόκειται για μια συντονισμένη αναγνώριση της προόδου της ελληνικής αγοράς, η οποία αντικατοπτρίζει βελτιώσεις σε επίπεδο υποδομών, ρευστότητας και θεσμικού πλαισίου.

Βραχυπρόθεσμα, η διαδικασία rebalancing αναμένεται να προκαλέσει αυξημένη μεταβλητότητα, καθώς κεφάλαια από funds αναδυόμενων αγορών ενδέχεται να αποσυρθούν, αντισταθμιζόμενα εν μέρει από εισροές από funds ανεπτυγμένων αγορών. Ωστόσο, λόγω της χαμηλής στάθμισης της Ελλάδας στους σχετικούς δείκτες, ο καθαρός αντίκτυπος εκτιμάται περιορισμένος.

Σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι προοπτικές κρίνονται θετικές. Η διεύρυνση της επενδυτικής βάσης, η ενίσχυση της ρευστότητας και η σταδιακή αποκλιμάκωση του risk premium δημιουργούν προϋποθέσεις για περαιτέρω ανατίμηση των ελληνικών μετοχών. Ιδιαίτερα ωφελημένες αναμένεται να είναι οι εταιρείες υψηλής κεφαλαιοποίησης, που θα αποτελέσουν τον κύριο δίαυλο εκπροσώπησης της χώρας στους διεθνείς δείκτες.

Παράλληλα, ο τραπεζικός κλάδος εκτιμάται ότι θα προσελκύσει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς οι τοποθετήσεις των διεθνών χαρτοφυλακίων πραγματοποιούνται συχνά μέσω κλαδικών δεικτών. Συνολικά, η αναβάθμιση ενισχύει τη θεσμική εικόνα της ελληνικής αγοράς και στηρίζει ένα πιο σταθερό και διαφοροποιημένο επενδυτικό περιβάλλον.

*******

Αιφνιδιαστική επιτάχυνση σημειώνεται στο στεγαστικό πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», καθώς η κυβέρνηση αποφάσισε την πρόωρη λήξη του στις 2 Ιουνίου 2026, αντί για το τέλος Αυγούστου, στο πλαίσιο σχεδιασμού του νέου «Σπίτι μου ΙΙΙ». Η απόφαση ελήφθη σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και συνδέεται με την αναθεώρηση του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και τον ευρύτερο επανασχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής.

Η εξέλιξη έχει ήδη κινητοποιήσει τις τράπεζες, καθώς χιλιάδες δυνητικοί δικαιούχοι που έχουν εγκριθεί αλλά δεν έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία εκταμίευσης καλούνται να επισπεύσουν τις ενέργειές τους. Όσοι δεν προλάβουν να υπογράψουν έως την καταληκτική ημερομηνία, θα πρέπει να επανυποβάλουν αίτηση στο νέο πρόγραμμα.

Μέχρι σήμερα, το «Σπίτι μου ΙΙ» εμφανίζει υψηλή απορρόφηση (84,1%), με 13.461 εγκεκριμένα δάνεια συνολικού ύψους 1,6 δισ. ευρώ, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημαντική κοινωνική του απήχηση. Ωστόσο, βασικός περιορισμός υπήρξε το αυστηρό κριτήριο παλαιότητας ακινήτων, που περιόρισε την προσφορά και ενίσχυσε τις τιμές.

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» αναμένεται να εισάγει πιο ευέλικτα κριτήρια, τόσο ως προς την παλαιότητα των ακινήτων όσο και τα εισοδηματικά όρια, διευρύνοντας τη δεξαμενή δικαιούχων και διαθέσιμων κατοικιών. Παρά τη βραχυπρόθεσμη αναστάτωση, η μετάβαση εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της στεγαστικής πολιτικής και θα βελτιώσει την πρόσβαση σε προσιτή κατοικία.

*******

Ο κρατικός προϋπολογισμός κατέγραψε ισχυρή επίδοση το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τα φορολογικά έσοδα και το πρωτογενές αποτέλεσμα να υπερβαίνουν τους στόχους. Ωστόσο, η δυναμική αυτή αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό στην αυξημένη επιβάρυνση των καταναλωτών μέσω του ΦΠΑ, αναδεικνύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις ως βασικό παράγοντα ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων.

Συγκεκριμένα, τα συνολικά έσοδα από φόρους ανήλθαν σε 17,18 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας έκτακτα ποσά από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού (306 εκατ. ευρώ) και τη δόση για την άδεια καζίνο στο Ελληνικό (135 εκατ. ευρώ). Εξαιρουμένων αυτών, τα καθαρά φορολογικά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 16,74 δισ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα από τον στόχο κατά 0,8%.

Αντίθετα, τα έσοδα από ΦΠΑ ξεπέρασαν τις προβλέψεις, φθάνοντας τα 7,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 438 εκατ. ευρώ έναντι στόχου. Ακόμη και χωρίς τα έκτακτα έσοδα της Εγνατίας, η υπεραπόδοση παραμένει θετική, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κατανάλωση σε υψηλότερες τιμές συνεχίζει να ενισχύει τα δημόσια ταμεία.

Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 4,37 δισ. ευρώ, σημαντικά υψηλότερο από τον στόχο των 2,73 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, αλλά παράλληλα εγείρει προβληματισμούς για τη βιωσιμότητα της υπεραπόδοσης, καθώς στηρίζεται σε παράγοντες που επιβαρύνουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.