Ευκαιρία αγοράς βλέπει η UBS στις τράπεζες, σενάριο επιβράδυνσης της ελληνικής οικονομίας με πληθωριστικές πιέσεις, «βαρίδι» για την ανάκαμψη 3 εκατ. παλιά κόκκινα δάνεια

Ελκυστική επενδυτική ευκαιρία στις ελληνικές τράπεζες εντοπίζει η UBS, στηριζόμενη στα νέα business plans και στις θετικές προοπτικές του κλάδου εν μέσω αυξημένων επιτοκίων. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ισχυρή κερδοφορία και βελτιωμένες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων (ROTE), με τις τράπεζες να εμφανίζουν σταθερή αναπτυξιακή δυναμική έως το 2028.

Η Eurobank ξεχωρίζει ως κορυφαία επιλογή (top pick), με αναμενόμενη ετήσια αύξηση κερδών έως 10% και ROTE στο 17%, ενισχυμένη από διεθνή δραστηριότητα και ισχυρή παραγωγή προμηθειών. Αντίστοιχα, η Εθνική Τράπεζα προβλέπει υψηλούς μονοψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης και ROTE στο 17%, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς αναμένεται να καταγράψει αύξηση κερδών ανά μετοχή 10% ετησίως και ROTE 16,5%, με περιθώρια περαιτέρω ανατίμησης.

Σε επίπεδο κλάδου, καταγράφεται ισχυρή πιστωτική επέκταση, κυρίως στα επιχειρηματικά δάνεια, καθώς και σταθεροποίηση των καθαρών εσόδων από τόκους. Παράλληλα, οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές, με δείκτη P/E στο 7,1x, δηλαδή discount περίπου 13% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Η UBS διατηρεί σύσταση «αγοράς» για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της Alpha Bank, θέτοντας σημαντικά περιθώρια ανόδου στις τιμές-στόχους. Οι τιμές-στόχοι διαμορφώνονται στα 10,80 ευρώ για την Πειραιώς, στα 4,65 ευρώ για την Alpha Bank, στα 4,60 ευρώ για τη Eurobank και στα 17,3 ευρώ για την Εθνική.

Παρά τις διεθνείς μακροοικονομικές προκλήσεις, η Ελλάδα αξιολογείται ως μακροπρόθεσμο επενδυτικό story, με ισχυρά δημοσιονομικά θεμέλια και δυνατότητα στήριξης της οικονομίας, ενισχύοντας περαιτέρω την επενδυτική ελκυστικότητα του τραπεζικού κλάδου

*******

Δυσμενές μακροοικονομικό σενάριο για την ελληνική οικονομία σκιαγραφεί το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, προβλέποντας άνοδο πληθωρισμού έως 4% και επιβράδυνση ανάπτυξης στο 1,7%, υπό την επίδραση της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Το βασικό σενάριο τοποθετεί την ανάπτυξη στο 2%, εντός εύρους 1,7%-2,4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται μεταξύ 3,5%-4%.

Καθοριστικός παράγοντας αποτελεί η πορεία των τιμών ενέργειας, με το πετρέλαιο να προσεγγίζει τα 100 δολ./βαρέλι στο δυσμενές σενάριο. Η διάρκεια του πολέμου θεωρείται κρίσιμη μεταβλητή, με πιθανή αποκλιμάκωση εντός καλοκαιριού να λειτουργεί ως θετικό σενάριο. Παράλληλα, αναμένεται τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ, με ενδεχόμενο περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής.

Οι βασικοί κίνδυνοι εστιάζονται σε διαταραχές στην ενέργεια και την εφοδιαστική αλυσίδα, ιδιαίτερα μέσω των Στενών του Ορμούζ, που ενδέχεται να διατηρήσουν υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Επιπλέον, πιθανές αυξήσεις στις τιμές λιπασμάτων μπορεί να επηρεάσουν το αγροτικό κόστος, ενώ ο αυξανόμενος προστατευτισμός απειλεί εξαγωγές, επενδύσεις και χρηματοδότηση.

Ανησυχία προκαλεί και η υστέρηση στις δημόσιες επενδύσεις, με δαπάνες χαμηλότερες των στόχων στις αρχές του 2026. Η επιτάχυνση των επενδύσεων, ιδίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, θεωρείται κρίσιμη για τη στήριξη της ανάπτυξης.

Τέλος, το υψηλό δημόσιο χρέος παραμένει βασική ευπάθεια, ενισχύοντας την έκθεση της χώρας σε διεθνείς κρίσεις και αυξημένο κόστος δανεισμού.

*******

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν βασικό εμπόδιο για την πλήρη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, επηρεάζοντας άμεσα τη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων προειδοποιεί αξιωματούχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Περίπου 3 εκατομμύρια «κόκκινα» δάνεια εξακολουθούν να βαρύνουν 2,4 εκατομμύρια πολίτες, περιορίζοντας σημαντικά την πρόσβασή τους σε νέο δανεισμό.

Παρά τη βελτίωση του τραπεζικού τομέα μετά την κρίση χρέους και την πρόοδο στην εξυγίανση των ισολογισμών μέσω τιτλοποιήσεων, η ουσιαστική επανένταξη μεγάλου μέρους της κοινωνίας στο πιστωτικό σύστημα παραμένει ζητούμενο. Οι επιπτώσεις της πολυετούς λιτότητας, με μειώσεις εισοδημάτων, συνεχίζουν να επηρεάζουν την πιστοληπτική ικανότητα των νοικοκυριών.

Η δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων και η μεταφορά περίπου 60 δισ. ευρώ σε servicers αποτέλεσαν σημαντικά βήματα, ωστόσο η πρόοδος χαρακτηρίζεται αργή. Οι δικαστικές εκκρεμότητες και οι χρονοβόρες διαδικασίες καθυστερούν την επίλυση διαφορών, επιμηκύνοντας την αβεβαιότητα.

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένες από τραπεζική χρηματοδότηση. Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες συγκεντρώνουν τη δανειοδοτική τους δραστηριότητα σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις, αυξάνοντας τον συστημικό κίνδυνο.

Η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων για την εξυγίανση των οικονομικών των νοικοκυριών και η ενίσχυση της πρόσβασης σε πιστώσεις κρίνονται απαραίτητες για τη στήριξη της ανάπτυξης και τη διεύρυνση της οικονομικής συμμετοχής.