Η UBS βάζει ψηλά τον πήχη για την ανάπτυξη στην Ελλάδα, Ψήφος εμπιστοσύνης από DBRS στις τράπεζες για τα DTC και καμπανάκι ΕΚΤ για νέα κρίση χρέους στην ευρωζώνη

Ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, με τη βοήθεια των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και της ιδιωτικής κατανάλωσης, περιμένει για την Ελλάδα η UBS, ενώ προβλέπει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία θα ρίξουν το χρέος κάτω από το 140% του ΑΕΠ έως το 2026.

Ειδικότερα, η UBS εκτιμά ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα αυξηθούν στο 2,8% το 2025, από 2,5% το 2024. Στη συνέχεια, αναμένεται κάποια επιβράδυνση, με αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3% το 2026. Αυτή η πρόβλεψη για το ΑΕΠ είναι κατά 80 μονάδες βάσης υψηλότερη από το consensus για το 2025 και κατά 30 μονάδες βάσης υψηλότερη για το 2026.

Ο οίκος εκτιμά ότι κατά τα δύο επόμενα χρόνια, η ανάπτυξη θα λάβει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, αφού οι εκταμιεύσεις των πόρων αναμένεται να αυξηθούν στο 4% του ΑΕΠ το 2025 και στο 4,6% το 2026 (από 2,3% του ΑΕΠ το 2024).

Την ίδια ώρα, η UBS εκτιμά ότι η κατανάλωση των νοικοκυριών θα ωφεληθεί από την αύξηση των θέσεων εργασίας και το υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο θα προκύψει από τη μείωση των εισφορών, την αύξηση των συντάξεων και την ενίσχυση του κατώτατου μισθού.

Η UBS προβλέπει ότι το χρέος θα μειωθεί περαιτέρω, με γρήγορους ρυθμούς, πέφτοντας στο 152% του ΑΕΠ φέτος, στο 146% έως τα τέλη του 2025 και στο 140% έως τα τέλη του 2026. Όπως επισημαίνει ο οίκος, η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει πιο συντηρητικές εκτιμήσεις, υπολογίζοντας το χρέος στο 143% έως τα τέλη του 2026.

******

Θετική εξέλιξη για την πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών χαρακτηρίζει η Morningstar DBRS την επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου (DTC), καθώς όπως εξηγεί ο οίκος αξιολόγησης, αυτό θα επιτρέψει τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων των τραπεζών και θα ενισχύσει τις στρατηγικές επιλογές τους για την αξιοποίηση των κεφαλαίων.

Όπως εκτιμά ο οίκος, οι τράπεζες θα μπορέσουν να απορροφήσουν τον αντίκτυπο από την γρηγορότερη απόσβεση, υπό την υπόθεση ότι η κερδοφορία και η οργανική παραγωγή κεφαλαίων θα παραμείνουν επαρκείς σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, κάτι το οποίο περιμένουμε σε αυτή τη φάση.

Οι ελληνικές τράπεζες συσσώρευσαν DTCs λόγω των ζημιών που προέκυψαν από την ελληνική κρίση χρέους το 2009. Τα DTCs των συστημικών τραπεζών ανέρχονταν στα τέλη Σεπτεμβρίου στα 12,2 δισ. ευρώ, από 15,4 δισ. στα τέλη του 2019, σημειώνει η Morningstar DBRS.

Οπως ανακοίνωσαν οι τράπεζες μαζί με την δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων τους για το τρίτο τρίμηνο, σκοπεύουν να επιταχύνουν τις αποσβέσεις, από το 2025, με στόχο να έχουν αποσβέσει πλήρως τα DTCs το αργότερο έως το 2034. Όπως σημειώνει η Morningstar DBRS, το νέο αυτό χρονοδιάγραμμα είναι πολύ γρηγορότερο από το προηγούμενο, που προέβλεπε πλήρη απόσβεση το 2041. Αυτό θα επιτρέψει στις τράπεζες να αυξήσουν τις διανομές κεφαλαίου τους πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η άποψη του οίκου είναι ότι οι τράπεζες θα μπορέσουν να απορροφήσουν την επίδραση της γρηγορότερης απόσβεσης των DTCs, αφού η οργανική παραγωγή κεφαλαίου τους έχει αποκατασταθεί.

Στο 9μηνο του 2024, οι συστημικές τράπεζες εμφάνιζαν συνολικά καθαρά κέρδη 3,5 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 23% σε ετήσια βάση. Η ετησιοποιημένη απόδοση κεφαλαίου ήταν 14%, από 13% το ίδιο διάστημα του 2023.

******

Η Ευρωζώνη κινδυνεύει με νέα κρίση χρέους, εάν δεν μπορέσει να ενισχύσει την ανάπτυξη και να διορθώσει την «πολιτική της αβεβαιότητας», προειδοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Εξάλλου, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου καθώς ο ρυθμός της οικονομικής ανάκαμψης είναι πιθανό να είναι βραδύτερος από ό,τι αναμενόταν πριν από μερικούς μήνες.

Η ΕΚΤ κάνει ιδιαίτερη αναφορά «στα αυξημένα επίπεδα χρέους και τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα», καθώς και στη χλιαρή ανάπτυξη και τις αβεβαιότητες που προκαλούνται από τα πρόσφατα «εκλογικά αποτελέσματα σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, ιδίως στη Γαλλία».

«Οι δυσκολίες στην οικονομική ανάπτυξη από παράγοντες όπως η χαμηλή παραγωγικότητα καθιστούν τα αυξημένα επίπεδα χρέους και τα δημοσιονομικά ελλείμματα επικίνδυνα να αναζωπυρώσουν τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους», προειδοποίησε η ΕΚΤ την Τετάρτη.

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, πρόσθετο κίνδυνο για την οικονομία της Ευρωζώνης αποτελούν οι αυξανόμενες εμπορικές προστριβές, απειλώντας να ενισχύσουν τις ευπάθειες του χρηματοπιστωτικού συστήματος της περιοχής

Οι παρατηρήσεις αυτές έρχονται στο απόηχο της επανεκλογής του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει απειλήσει ότι θα επιβάλει μπαράζ δασμών στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να βλάψει την οικονομία – κάτι που μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την επόμενη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.