Προς ταχύτερη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους η Ελλάδα, σε ιδιαίτερα ευνοϊκό σημείο το ελληνικό χρηματιστήριο και “καμπανάκι” Μυτιληναίου για νέα ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης

Η Ελλάδα επιταχύνει τη στρατηγική αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, με την κυβέρνηση να εξετάζει ακόμη μεγαλύτερη πρόωρη αποπληρωμή δανείων μέσα στο 2026, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία εμφανίζει ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν αρκετές οικονομίες της Ευρωζώνης.

Ήδη για τον επόμενο μήνα έχει προγραμματιστεί πρόωρη εξόφληση δανείων ύψους 6,9 δισ. ευρώ που συνδέονται με την περίοδο των μνημονίων. Ωστόσο, σύμφωνα με το διεθνές πρακτορείο, στο οικονομικό επιτελείο εξετάζεται το ενδεχόμενο να προχωρήσει ακόμη μεγαλύτερη αποπληρωμή επίσημου χρέους, εφόσον οι συνθήκες στις αγορές επιτρέψουν επιπλέον άντληση κεφαλαίων με ευνοϊκούς όρους.

Στο τραπέζι βρίσκεται και το σενάριο επαναγοράς υφιστάμενων ελληνικών ομολόγων, σε μια προσπάθεια περαιτέρω βελτίωσης του προφίλ του χρέους και μείωσης του κόστους εξυπηρέτησής του. Οριστικές αποφάσεις δεν έχουν ακόμη ληφθεί, ωστόσο η συζήτηση αποτυπώνει τη σημαντική ενίσχυση της εμπιστοσύνης απέναντι στην ελληνική οικονομία και τη σαφή βελτίωση των δημοσιονομικών δεδομένων της χώρας.

Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει υπεραπόδοση έναντι των στόχων του προϋπολογισμού, ενώ η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, υποστηριζόμενη από επενδύσεις, τουρισμό και αυξημένα φορολογικά έσοδα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιχειρεί να επιταχυνθεί η αποκλιμάκωση του χρέους, ενισχύοντας περαιτέρω την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει από τα υψηλότερα επίπεδα χρέους διεθνώς, οι τελευταίες προβλέψεις δείχνουν ότι το 2026 ενδέχεται να πάψει να είναι η πιο χρεωμένη οικονομία της Ευρώπης, με την Ιταλία να εμφανίζει υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.

*******

Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά εισέρχεται σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση, με τη Morgan Stanley να εκτιμά ότι η επικείμενη αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά δημιουργεί ισχυρές προοπτικές για νέες εισροές κεφαλαίων και ενίσχυση της επενδυτικής εικόνας της χώρας. Στην ανάλυσή της η αμερικανική τράπεζα υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση μεταξύ αναδυόμενων και ανεπτυγμένων αγορών, γεγονός που αυξάνει σημαντικά την ορατότητα των ελληνικών μετοχών στους διεθνείς επενδυτές.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, οι FTSE και STOXX αναμένεται να αναβαθμίσουν την ελληνική αγορά σε Developed Market τον Σεπτέμβριο του 2026, εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει σε παθητικές εισροές περίπου 700 εκατ. δολαρίων. Παράλληλα, η αναβάθμιση από τη MSCI τοποθετείται πλέον για τον Μάιο του 2027, με πιθανές πρόσθετες εισροές 500 εκατ. δολαρίων, κυρίως από passive και long-only funds.

Η τράπεζα εμφανίζεται ιδιαίτερα θετική για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, προβλέποντας ανάπτυξη 2%-2,1% την περίοδο 2026-2027, ρυθμό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Κύριοι μοχλοί ανάπτυξης παραμένουν οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, με το Ταμείο Ανάκαμψης να συνεχίζει να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα ακόμη και μετά το 2026.

Σε χρηματιστηριακό επίπεδο, η Morgan Stanley διατηρεί προτίμηση στον τραπεζικό κλάδο, θεωρώντας ότι οι ελληνικές τράπεζες θα αποτελέσουν τους βασικούς ωφελημένους της επενδυτικής αναβάθμισης και της ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας.

*******

Η ενεργειακή ασφάλεια, η εκτόξευση του κόστους φυσικού αερίου και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρεμβάσεων του Ευάγγελου Μυτιληναίου στο συνέδριο “Energy Transition Summit: East Med & Southeast Europe” των Financial Times και της «Καθημερινής». Ο επικεφαλής της METLEN περιέγραψε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με τις εξελίξεις στον Κόλπο και ιδιαίτερα στο Ορμούζ να επηρεάζουν άμεσα τις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών.

Ο κ. Μυτιληναίος σημείωσε ότι οι τιμές του αλουμινίου ενισχύονται σημαντικά λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης παραγωγής στην περιοχή του Κόλπου, ενώ το φυσικό αέριο — βασική πρώτη ύλη για τη βιομηχανία — έχει αυξηθεί κατά 40%-50%, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η METLEN έχει ήδη προχωρήσει σε κινήσεις αντιστάθμισης κινδύνου για τα έτη 2026 και 2027, περιορίζοντας μέρος των επιπτώσεων από τη μεταβλητότητα των αγορών.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης, προειδοποιώντας ότι η μετάβαση από το ρωσικό αέριο στο LNG, κυρίως αμερικανικής προέλευσης, δημιουργεί μια νέα μορφή εξάρτησης. Όπως ανέφερε, περίπου το 80% των εισαγωγών LNG της εταιρείας μέσω Ρεβυθούσας προέρχεται πλέον από τις ΗΠΑ.

Ο επικεφαλής της METLEN στάθηκε επίσης στο υψηλό ενεργειακό κόστος που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία, τονίζοντας ότι με τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πολλαπλάσιες των 30 ευρώ/MWh η διεθνής ανταγωνιστικότητα γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν προχωρά πλέον αποκλειστικά με όρους κλιματικής πολιτικής, αλλά κυρίως με γνώμονα την ενεργειακή ασφάλεια.

Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσε η ανάγκη επενδύσεων στην αποθήκευση ενέργειας. Ο κ. Μυτιληναίος αναφέρθηκε στο νέο έργο αποθήκευσης 330 MW της METLEN, επισημαίνοντας ωστόσο ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες μπαταρίες της Ευρώπης καλύπτουν σήμερα μόλις λίγες ώρες ενεργειακών αναγκών, γεγονός που αναδεικνύει τις μεγάλες προκλήσεις της πλήρους απανθρακοποίησης.