
Η MSCI αποφάσισε να αναβαθμίσει την Ελλάδα από αναδυόμενη σε αναπτυγμένη αγορά (Developed Market – DM) μέχρι τον Μάιο του 2027, μετά από αναβολή της αρχικής εφαρμογής, προκαλώντας έντονες συζητήσεις στους διεθνείς επενδυτικούς κύκλους. Η JP Morgan βλέπει την αλλαγή αρνητικά, θεωρώντας ότι η Ελλάδα θα χάσει προβολή και ορατότητα, καθώς μόλις τέσσερις ελληνικές μετοχές — όλες τραπεζικές — θα συμμετέχουν στον δείκτη MSCI Europe. Η συμμετοχή της χώρας θα μειωθεί στο 0,28%, με πιθανές καθαρές εκροές 604 εκατ. δολαρίων από μη τραπεζικές εταιρείες, ενώ η περιορισμένη διαφοροποίηση στον δείκτη προκαλεί ανησυχία για το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Αντίθετα, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η αναβάθμιση μπορεί να δημιουργήσει νέες επενδυτικές ευκαιρίες. Οι παθητικές εκροές από τα funds αναδυόμενων αγορών θα είναι άμεσες και μηχανικές, αλλά οι εισροές από τα DM passive funds θα πραγματοποιηθούν σταδιακά, οδηγώντας σε καθαρό θετικό αποτέλεσμα περίπου 300 εκατ. δολαρίων. Οι τράπεζες και η ΔΕΗ αναμένεται να επωφεληθούν περισσότερο, ενώ άλλες εταιρείες μπορεί να δεχθούν πιέσεις.
Η Morgan Stanley υπογραμμίζει ότι η αναβάθμιση μπορεί να προσελκύσει ενεργητικούς επενδυτές, οδηγώντας σε σταδιακή μετάβαση σε πιο μακροπρόθεσμο και σταθερό κεφάλαιο. Η διαδικασία αυτή αντιπροσωπεύει στρατηγική αλλαγή στη βάση των επενδυτών, βελτιώνει τη ρευστότητα, μειώνει το risk premium και αυξάνει την αναγνωρισιμότητα της ελληνικής αγοράς. Τα ισχυρά οικονομικά θεμελιώδη, η ανάπτυξη, οι σταθερές τράπεζες και οι χαμηλές αποτιμήσεις δημιουργούν προοπτική υπεραπόδοσης σε βάθος τριετίας.
******
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, τόνισε ότι η διεξαγωγή εκλογών αυτή τη στιγμή θα ήταν «τεράστιο λάθος», καθώς η χώρα βρίσκεται σε τροχιά σταθερότητας και εν μέσω πολέμου. Υπογράμμισε ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί το μεγαλύτερο άυλο κεφάλαιο μιας χώρας, επιτρέποντας τη λήψη αποφάσεων κάτω από δύσκολες συνθήκες. Σύμφωνα με τον κεντρικό τραπεζίτη, η Ελλάδα έχει καταφέρει να εξέλθει επιτυχώς από μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις της Ευρώπης, κινούμενη σήμερα με θετικά αποτελέσματα, αν και όχι άριστα.
Σχετικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι η ελληνική οικονομία μπήκε στην κρίση έχοντας ισχυρά «μαξιλαράκια» και πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ τα αποθεματικά του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος παραμένουν υψηλά. Οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες εμφανίζονται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, καλύτερα από ποτέ. Αν η κρίση ενταθεί, αναγκαία θα είναι η λήψη επιπλέον μέτρων.
Για την Ευρώπη, ο διοικητής προειδοποίησε ότι υψηλές τιμές πετρελαίου πάνω από 150 δολάρια το βαρέλι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ύφεση. Η Ελλάδα όμως έχει θετικό παραγωγικό κενό και ανάπτυξη περίπου 1% ταχύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθιστώντας την πιο ανθεκτική. Το βασικό σενάριο της Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026, με μέση τιμή πετρελαίου 81 δολάρια το βαρέλι, ενώ σημείωσε ότι οι τρέχουσες υψηλές τιμές δεν θα διαρκέσουν όλο το έτος.
******
Τον Ιανουάριο του 2026 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία έφτασαν τα 114,2 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 3,67 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025, δημιουργούμενες από 3.764.592 φυσικά και νομικά πρόσωπα. Το 30,69% των χρεών (35,06 δισ. ευρώ) έχει χαρακτηριστεί ανεπίδεκτο είσπραξης, με σημαντικό μέρος να αφορά πρόστιμα Κ.Β.Σ ύψους 5,51 δισ. ευρώ ενός οφειλέτη.
Το 66,32% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου (52,52 δισ. ευρώ) προέρχεται από φορολογικές οφειλές, με τον ΦΠΑ να αντιστοιχεί στο 47,21% και τον φόρο εισοδήματος στο 42,31%. Οι υπόλοιπες οφειλές περιλαμβάνουν πρόστιμα (22,22%) και μη φορολογικές οφειλές (11,46%). Το 89,92% των εισπράξεων προέρχεται από μόλις το 34,6% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, αποκλείοντας αφερέγγυους οφειλέτες και μακροχρόνιες δόσεις.
Ο αριθμός των οφειλετών μειώθηκε κατά 76.777 άτομα σε σχέση με το 2025, κυρίως στις χαμηλές κατηγορίες οφειλής έως 3.000 ευρώ, ενώ το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο αυξήθηκε στις υψηλές κατηγορίες, με μεγαλύτερη αύξηση στις οφειλές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ (1,85 δισ. ευρώ). Οι οφειλές άνω των 10.000 ευρώ αντιστοιχούν στο 96,48% του συνόλου, με τις οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ να συγκεντρώνουν το 75,53% του ληξιπρόθεσμου.
Οι φυσικοί οφειλέτες αντιστοιχούν στο 38,07% του συνόλου, κυρίως σε μικρές οφειλές, ενώ τα νομικά πρόσωπα στο 61,93%, κυρίως στις υψηλές. Μόλις το 6,65% του υπολοίπου βρίσκεται σε ρύθμιση, με υψηλότερα ποσοστά σε μεσαίες οφειλές (10.000–50.000 ευρώ), ενώ χαμηλά ποσοστά καταγράφονται σε πολύ μικρές και πολύ μεγάλες οφειλές.




























