
Η JP Morgan αξιολογεί ως σαφώς θετική εξέλιξη για το Χρηματιστήριο Αθηνών την αναβάθμισή του σε ανεπτυγμένη αγορά από τον STOXX, εκτιμώντας ότι ο αντίκτυπος θα είναι ουσιαστικός κυρίως μέσω εισροών από παθητικά κεφάλαια. Ο οίκος προβλέπει εισροές ύψους περίπου 957 εκατ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σε πολλαπλάσιο του μέσου ημερήσιου όγκου συναλλαγών και το οποίο αναμένεται να ενισχύσει τη ρευστότητα και τη δυναμική της αγοράς. Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν οι συστημικές τράπεζες, οι οποίες εκτιμάται ότι θα απορροφήσουν σχεδόν το σύνολο των εισροών, ενισχύοντας περαιτέρω τη χρηματιστηριακή τους εικόνα.
Η θετική αυτή εξέλιξη ενισχύεται και από τη συγκυρία, καθώς συμπίπτει με σημαντικές εταιρικές κινήσεις, όπως η αύξηση κεφαλαίου της ΔΕΗ, ύψους 4 δισ. ευρώ, που αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την αγορά. Παράλληλα, η JP Morgan επισημαίνει ότι οι πιθανές εκροές λόγω αποχώρησης από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών του STOXX θα είναι περιορισμένες, καθώς οι συγκεκριμένοι δείκτες δεν παρακολουθούνται ευρέως από επενδυτές.
Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σε σχέση με την πιθανή αναβάθμιση από τον MSCI, την οποία ο οίκος αντιμετωπίζει επιφυλακτικά. Η σημαντική μείωση της στάθμισης της Ελλάδας στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε καθαρές εκροές περίπου 220 εκατ. δολαρίων, περιορίζοντας εν μέρει τα συνολικά οφέλη.
******
Τον Μάρτιο του 2026 καταγράφηκε σαφής βελτίωση στη ρευστότητα της εγχώριας οικονομίας, με τις καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα να αυξάνονται κατά 2,126 δισ. ευρώ, αντιστρέφοντας τη μείωση του προηγούμενου μήνα. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην ισχυρή άνοδο των εταιρικών καταθέσεων κατά 2,478 δισ. ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση της ταμειακής θέσης των επιχειρήσεων. Αντίθετα, οι καταθέσεις νοικοκυριών και μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων υποχώρησαν κατά 352 εκατ. ευρώ, αναδεικνύοντας πιέσεις στη διαθέσιμη αποταμίευση.
Παράλληλα, η τραπεζική χρηματοδότηση κινήθηκε δυναμικά ανοδικά, με τη συνολική καθαρή ροή να διαμορφώνεται στα 3,5 δισ. ευρώ έναντι αρνητικής ροής τον Φεβρουάριο. Η χρηματοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα ενισχύθηκε στα 2,387 δισ. ευρώ, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να επιταχύνεται στο 7,6%. Κύριος μοχλός παρέμειναν οι επιχειρήσεις, οι οποίες απορρόφησαν 2,228 δισ. ευρώ νέας χρηματοδότησης, ενώ η πιστωτική επέκταση προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διατήρησε διψήφιο ρυθμό ανάπτυξης.
Θετική, αν και περιορισμένη, ήταν και η ροή χρηματοδότησης προς ελεύθερους επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις, ενώ η πίστωση προς ιδιώτες παρουσίασε ήπια ενίσχυση. Συνολικά, οι δείκτες καταθέσεων και χρηματοδότησης καταγράφουν επιτάχυνση σε ετήσια βάση, υποδηλώνοντας σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης, με τις επιχειρήσεις να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην τρέχουσα δυναμική.
******
Στο πρώτο δίμηνο του 2026 καταγράφεται νέα επιδείνωση στο μέτωπο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία, με τα νέα χρέη να ανέρχονται σε 2,136 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά σχεδόν 9% σε ετήσια βάση. Η δυναμική αυτή οδήγησε το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο στα 114,5 δισ. ευρώ, από 113,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη πίεση στη φοροδοτική ικανότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Από το σύνολο αυτό, πάνω από 79,4 δισ. ευρώ θεωρούνται εισπράξιμα, στοιχείο που υπογραμμίζει τη σημασία ενίσχυσης των μηχανισμών είσπραξης.
Η αύξηση των οφειλών προέρχεται κυρίως από βασικούς φόρους, με τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος να συνεισφέρουν πάνω από 1,58 δισ. ευρώ στο δίμηνο, επιβεβαιώνοντας ότι οι κύριες φορολογικές υποχρεώσεις αποτελούν τη βασική πηγή δημιουργίας νέων χρεών. Σε επίπεδο μηνιαίας κατανομής, ο Ιανουάριος κατέγραψε έντονη άνοδο, ενώ ο Φεβρουάριος συνέχισε με υψηλές ροές νέων οφειλών.
Παράλληλα, οι εισπράξεις εμφάνισαν θετική πορεία, φτάνοντας τα 1,13 δισ. ευρώ στο δίμηνο, αυξημένες κατά 10,6% σε σχέση με πέρυσι, με σημαντική συμβολή από ΦΠΑ, άμεσους φόρους και τέλη. Ωστόσο, η αύξηση των εισπράξεων δεν επαρκεί για να ανακόψει τη διεύρυνση του αποθέματος χρέους. Ο αριθμός των οφειλετών εμφανίζει οριακή αποκλιμάκωση, χωρίς όμως να αλλάζει τη συνολική εικόνα επιβάρυνσης.




























