
Η κλιμάκωση της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή αρχίζει να αποτυπώνεται και στις προβλέψεις για την ελληνική οικονομία, με τον ΟΟΣΑ να αναθεωρεί προς τα κάτω τις εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και προς τα πάνω τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό την επόμενη διετία.
Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Οργανισμού, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 1,9% το 2026 και 2% το 2027, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,2% το 2026. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 4,2% φέτος, σημαντικά υψηλότερα από τις προβλέψεις πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, πριν υποχωρήσει στο 2,6% το 2027.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επενδύσεις, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,1% φέτος και 3,2% το επόμενο έτος, ενώ η ενίσχυση της απασχόλησης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και τα μέτρα στήριξης για το ενεργειακό κόστος θα στηρίξουν την κατανάλωση.
Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη στις ενεργειακές αναταράξεις, καθώς οι καθαρές εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου καλύπτουν το 93% του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η συνετή δημοσιονομική πολιτική, η μείωση του δημόσιου χρέους και η επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια.
******
Σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης στην πορεία της ελληνικής οικονομίας δίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς στο πλαίσιο του εαρινού πακέτου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου διαπιστώνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, εξέλιξη που σηματοδοτεί την οριστική έξοδο από ένα καθεστώς αυξημένης παρακολούθησης που ακολούθησε τη δημοσιονομική κρίση.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, επισημαίνοντας τη βελτίωση των τραπεζικών ισολογισμών, τη δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και την αποκλιμάκωση του δημόσιου και εξωτερικού χρέους, με τη στήριξη της ισχυρής ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Παράλληλα, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα τήρησε τις δημοσιονομικές συστάσεις το 2025 και αναμένεται να παραμείνει εντός των προβλεπόμενων ορίων και το 2026. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, ιδιαίτερα λόγω των πιέσεων που προκαλεί η ενεργειακή κρίση και η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή.
Η Επιτροπή καλεί την Ελλάδα να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, με έμφαση στη φορολογική συμμόρφωση, τη μείωση των «κόκκινων» δανείων, την επιτάχυνση των επενδύσεων, την απλούστευση των αδειοδοτήσεων και τη βελτίωση της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και της Δικαιοσύνης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για πρώτη φορά στο στεγαστικό πρόβλημα, με την Κομισιόν να ζητεί επιτάχυνση της εθνικής στεγαστικής στρατηγικής και ενίσχυση της προσφοράς προσιτής κατοικίας, καθώς οι τιμές ακινήτων και ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
******
Νέο δημοσιονομικό «παράθυρο» για επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση ανοίγει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να αξιοποιήσουν μέρος της ευελιξίας που έχει ήδη εγκριθεί για τις αμυντικές δαπάνες προκειμένου να χρηματοδοτήσουν έργα ενεργειακής απεξάρτησης και καθαρής ενέργειας.
Όπως ανακοίνωσε ο Επίτροπος Οικονομίας της ΕΕ, Βάλντις Ντομπρόβσκις, οι χώρες θα μπορούν να διαθέσουν έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως για την περίοδο 2026-2028 σε επιλέξιμες ενεργειακές επενδύσεις, εντός του συνολικού δημοσιονομικού περιθωρίου του 1,5% του ΑΕΠ που είχε εγκριθεί για την ενίσχυση της άμυνας. Το συνολικό όριο για τις ενεργειακές παρεμβάσεις θα ανέρχεται στο 0,6% του ΑΕΠ.
Στις επιλέξιμες δαπάνες περιλαμβάνονται η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων, οι υποδομές αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες, η αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης με αντλίες θερμότητας και η προώθηση της ηλεκτροκίνησης. Αντίθετα, αποκλείονται φορολογικές ελαφρύνσεις ή επιδοτήσεις που αφορούν ορυκτά καύσιμα.
Η πρωτοβουλία έρχεται ως απάντηση στις αυξημένες ενεργειακές πιέσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή και η άνοδος του ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη. Παράλληλα, δίνει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευχέρεια να επιταχύνουν την ενεργειακή τους μετάβαση, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.




























